espouse

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ɪˈspaʊz/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ɪˈspaʊz, ɪˈspaʊs/ ,USA pronunciation: respelling(i spouz, i spous)


Inflections of 'espouse' (v): (⇒ conjugate)
espouses
v 3rd person singular
espousing
v pres pverb, present participle: -ing verb used descriptively or to form progressive verb--for example, "a singing bird," "It is singing."
espoused
v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed."
espoused
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked."

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
espouse vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (cause: embrace) (ιδέα)εγκολπούμαι, ενστερνίζομαι ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
espouse vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." formal, literary (person: marry) (παλαιό, ποιητικό)νυμφεύομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  παντρεύομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (λαϊκότροπο)στεφανώνομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση espouse στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'espouse'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης