espionage

Listen:

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈɛspɪənɑːʒ/

US:USA pronuncation: IPAUSA pronuncation: IPA/ˈɛspiəˌnɑʒ, -nɪdʒ/

US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(espē ə näzh′, -nij, es′pē ə näzh)


WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
espionage nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (spying)κατασκοπία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 It is rumored that Katherine worked in espionage during the war.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
counter-espionage,
counterespionage
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(spying on enemy spies)αντικατασκοπεία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
counter-espionage,
counterespionage
n as adjnoun as adjective: Describes another noun--for example, "boat race," "dogfood."
(spying: on enemy spies)αντικατασκοπικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'espionage' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση espionage στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'espionage'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης