WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
escapist adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (fiction: unrealistic or romantic)ουτοπικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  που σε κάνει να ξεφύγεις από την πραγματικότητα β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
escapist nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (dreamer)ονειροπόλος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  θέλω να ξεφύγει από την πραγματικότητα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The writer is an escapist who has turned her fantasies into a series of popular novels.
 Ο συγγραφέας είναι ένας ονειροπόλος που μετέτρεψε τις φαντασιώσεις του σε μια σειρά δημοφιλών μυθιστορημάτων.
 Ο συγγραφέας είναι ένας άνθρωπος που θέλει να ξεφύγει από την πραγματικότητα και μετέτρεψε τις φαντασιώσεις του σε μια σειρά δημοφιλών μυθιστορημάτων.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση escapist στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'escapist'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης