escape

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ɪˈskeɪp/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ɪˈskeɪp/ ,USA pronunciation: respelling(i skāp)

Inflections of 'escape' (v): (⇒ conjugate)
escapes
v 3rd person singular
escaping
v pres pverb, present participle: -ing verb used descriptively or to form progressive verb--for example, "a singing bird," "It is singing."
escaped
v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed."
escaped
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked."

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
escape viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (get away) (φεύγω κρυφά)δραπετεύω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (καθομιλουμένη)το σκάω έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (αργκό)την κοπανάω, γίνομαι καπνός έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 The prisoners have escaped.
 Οι φυλακισμένοι δραπέτευσαν.
 Οι φυλακισμένοι το έσκασαν.
 Οι φυλακισμένοι την κοπάνησαν (or: έγιναν καπνός).
escape from [sth/sb] vi + prep (flee, run away from) (από κπ/κτ)δραπετεύω, ξεφεύγω, διαφεύγω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 The prisoner escaped from his jailers.
 Ο κρατούμενος δραπέτευσε (or:ξέφυγε) από τους δεσμοφύλακές του.
escape from [sth/sb] vi + prep (avoid, evade) (μεταφορικά: από κπ/κτ)ξεφεύγω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  γλυτώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 He goes out to work on the car to escape from his mother-in-law.
 Βγαίνει έξω να μαστορέψει το αυτοκίνητο για να ξεφύγει από την πεθερά του.
escape [sth/sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (get away from)ξεφεύγω από κτ/κπ ρ μ + πρόθ
 The refugees crossed the border to escape the war.
 Οι πρόσφυγες πέρασαν τα σύνορα για να ξεφύγουν από τον πόλεμο.
escape [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (elude) (κάτι δυσάρεστο)αποφεύγω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (καθομιλουμένη)γλυτώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The boy escaped punishment by blaming his friend.
 Το αγόρι απέφυγε την τιμωρία κατηγορώντας τον φίλο του.
 Το αγόρι γλύτωσε την τιμωρία κατηγορώντας τον φίλο του.
escape nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (breakout) (παράνομη φυγή)απόδραση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The prisoners' escape shocked everyone.
 Η απόδραση των φυλακισμένων σόκαρε τους πάντες.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
escape nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (evasion) (μεταφορικά)φυγή, απόδραση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Reading was an escape from his parents' arguing.
 Το διάβασμα ήταν η φυγή του από τους καβγάδες των γονιών του.
escape nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (means of escape)έξοδος ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 There was an escape beneath the window in case of fire.
 Υπήρχε μια έξοδος κάτω από το παράθυρο σε περίπτωση φωτιάς.
escape nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (leakage)διαρροή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 There was an escape of gas in the basement.
 Υπήρχε διαρροή αερίου στο υπόγειο.
escape viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (avoid capture)ξεφεύγω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 The criminal escaped just before the police arrived.
 Ο εγκληματίας ξέφυγε λίγο πριν φτάσει η αστυνομία.
escape viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (leak)διαρρέω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 The fumes escaped into the atmosphere.
 Οι καπνοί διέρρευσαν στην ατμόσφαιρα.
escape viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (memory: fade) (μεταφορικά)ξεθωριάζω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 The memory of her face has escaped with the passage of time.
 Η ανάμνηση του προσώπου της ξεθώριασε με το πέρασμα του χρόνου.
escape [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (forget)μου διαφεύγει περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 I know the face, but his name escapes me.
 Τον ξέρω εξ όψεως, αλλά το όνομά του μου διαφεύγει.
escape vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (inadvertently slip)ξεφεύγω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 A swear word escaped her lips.
 Μια βρισιά ξέφυγε από τα χείλη της.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
escape artist nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (performer: escapologist)δεξιοτέχνης αποδράσεων ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
Σχόλιο: δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία
 Harry Houdini was a famous escape artist.
escape artist nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal (prisoner who frequently escapes) (μεταφορικά)δεξιοτέχνης αποδράσεων ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
escape clause nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (clause that releases [sb] from a contract)ρήτρα διαφυγής ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 There's an escape clause which allows us to terminate the contract if necessary.
escape hatch nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (door to an emergency exit)έξοδος κινδύνου ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Submarines usually have only one escape hatch; it is also the way in.
escape mechanism nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (way of avoiding reality)μηχανισμός διαφυγής ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
Σχόλιο: δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία
 Getting high with his friends was an escape mechanism.
escape route nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (way out: of situation)δρόμος διαφυγής ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
Σχόλιο: δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία
escape route nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (exit route: in emergency)δρόμος διαφυγής ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
escape velocity nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (great enough speed to escape gravity)ταχύτητα διαφυγής από το πεδίο βαρύτητας ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
fire escape nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (emergency stairway)έξοδος κινδύνου ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 In the event of fire, please use the fire escape to descend to the ground floor.
have a narrow escape v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (experience a brush with danger)γλιτώνω παρά τρίχα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (καθομ: μόνο σε αόριστο)φτηνά τη γλίτωσα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (καθομιλουμένη, μτφ)έχω άγιο έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Mary had a narrow escape when a car nearly hit her.
help to escape vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (assist in fleeing or evading)βοηθώ κάποιον να αποδράσει/ξεφύγει έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
lucky escape nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (near miss)το να τη γλιτώσω παρατρίχα, το να τη γλιτώσω στο τσακ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
narrow escape nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (escape that almost failed) (μεταφορικά)τη γλυτώνω παρά τρίχα εκφρ
way of escape nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. literal (exit route)έξοδος ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The flight attendant indicated the lighted ways of escape on the airplane.
way of escape nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (means of evading [sth](μεταφορικά)τρόπος διαφυγής ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 I didn't want to attend the conference, but there was no way of escape.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'escape' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: escape the [war, fire, collapse], a prison escape, is an escape artist, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση escape στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'escape'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης