escapade

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈɛskəpeɪd/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈɛskəˌpeɪd/ ,USA pronunciation: respelling(eskə pād′, es′kə pād)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
escapade nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (adventure)περιπέτεια ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (μεταφορικά)τρέλα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 When the boys returned from their escapade, they were covered in mud.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'escapade' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση escapade στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'escapade'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης