escalation

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˌɛskəˈleɪʃən/


WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
escalation nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (increase)κλιμάκωση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 There has been an escalation of violence in the troubled country in recent months.
escalation nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. uncountable (process of increasing)κλιμάκωση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The escalation of hostilites in this region is causing international concern.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
deescalation,
de-escalation
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(downscaling, making [sth] smaller) (μείωση ισχύος, έντασης)αποκλιμάκωση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Συμφράσεις: [insert, add] an escalation clause, [currency, price, cost] escalation, a [three] -fold escalation, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση escalation στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'escalation'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης