escalate

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈɛskəleɪt/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈɛskəˌleɪt/ ,USA pronunciation: respelling(eskə lāt′)

Inflections of 'escalate' (v): (⇒ conjugate)
escalates
v 3rd person singular
escalating
v pres pverb, present participle: -ing verb used descriptively or to form progressive verb--for example, "a singing bird," "It is singing."
escalated
v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed."
escalated
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked."

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
escalate viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (argument, conflict: intensify) (καυγάς)κλιμακώνομαι, οξύνομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 The critical newspaper article caused the argument to escalate.
 Το επικριτικό άρθρο της εφημερίδας έκανε τη διαμάχη να οξυνθεί.
escalate [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (conflict: intensify) (πόλεμος)κλιμακώνω, οξύνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (καθομιλουμένη)χειροτερεύω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 He was criticized when he spoke out in favour of escalating the war.
 Δέχθηκε κριτική όταν εκφράστηκε υπέρ του να κλιμακωθεί ο πόλεμος.
escalate [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (IT: prioritize) (Η/Υ)αναπροσαρμόζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Some users have authority to escalate their jobs in the queue.
 Ορισμένοι χρήστες έχουν την άδεια να αναπροσαρμόζουν τις εργασίες τους όταν βρίσκονται στην ουρά αναμονής.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
escalate [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (forward to higher level)παραπέμπω σε ανώτερο περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (καθομιλουμένη)πάω πιο πάνω περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 When my manager ignored my complaint, I escalated the matter.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
de-escalate [sth],
deescalate
vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat."
(lessen in scale, intensity)αποκλιμακώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
de-escalate,
deescalate
viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived."
(become less in scale, intensity)αποκλιμακώνομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Συμφράσεις: well [that, things] (certainly) escalated quickly, to avoid escalating the [war, conflict, fighting] (in), the [war] has escalated (in), περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση escalate στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'escalate'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης