ersatz

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈɛəzæts/US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(erzäts, -säts, er zäts, -säts)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
ersatz adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (artificial, imitation)υποκατάστατος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
ersatz nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. ([sth] artificial, imitation)υποκατάστατο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση ersatz στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'ersatz'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης