erroneous

Listen:

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ɪˈrəʊniəs/

US:USA pronuncation: IPAUSA pronuncation: IPA/əˈroʊniəs, ɛˈroʊ-/

US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(ə rōnē əs, e rō-)


WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
erroneous adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (wrong, mistaken)εσφαλμένος, λανθασμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
  (καθομιλουμένη)λάθος επίθ άκλάκλιτο επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.κυριλέ ντύσιμο, γκρι μαλλιά κλπ, και δεν αλλάζει ανάλογα με το γένος. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
Σχόλιο: λάθος: ουσιαστικό το οποίο χρησιμοποιείται σε θέση επιθέτου
 The academic community ostracized the professor for his erroneous article.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση erroneous στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'erroneous'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης