environment

Listen:

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ɪnˈvaɪərənmənt/

US:USA pronuncation: IPAUSA pronuncation: IPA/ɛnˈvaɪrənmənt, -ˈvaɪɚn-/

US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(en vīrən mənt, -vīərn-)


WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
environment nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (the natural world) (φύση)περιβάλλον ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The environment is changing because of global warming.
 Το περιβάλλον αλλάζει εξαιτίας της υπερθέρμανσης του πλανήτη.
environment nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (a local subsection of the natural world) (φυσικές συνθήκες)περιβάλλον ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The environment of the Amazon can be difficult for humans.
 Το περιβάλλον στον Αμαζόνιο μπορεί να είναι σκληρό για τους ανθρώπους.
environment nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (physical surroundings) (χώρος γύρω)περιβάλλον ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The environment in many cities is noisy.
 Σε πολλές πόλεις το περιβάλλον είναι θορυβώδες.
environment nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (personal circumstances) (προσωπικό)περιβάλλον ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Life is difficult for him because of his family environment.
 Η ζωή του είναι δύσκολη εξαιτίας του οικογενειακού του περιβάλλοντος.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
built environment nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (urban or man-made setting)δομημένο περιβάλλον φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
concern for the environment nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (ecology, environmental awareness)ευαισθησία για το περιβάλλον έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Greenpeace tries to raise concern for the environment through dramatic actions.
corporate environment nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (business context)επιχειρηματικό περιβάλλον, εταιρικό περιβάλλον επίθ + ουσ ουδ
Department of the Environment nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (government ministry for ecological matters)Υπουργείο Περιβάλλοντος φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
environmentally friendly,
environmentally-friendly,
environment-friendly
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(ecologically sound)φιλικός προς το περιβάλλον φρ ως επίθφράση ως επίθετο ή επιθετικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ. άτομο υψηλής νοημοσύνης, άριστης ποιότητας υλικά κλπ.
Σχόλιο: A hyphen is used when the adjective precedes the noun
 Using disposable bottles is not environmentally friendly.
 Τα μπουκάλια μιας χρήσεως δεν είναι φιλικά προς το περιβάλλον.
harsh environment nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (hostile surroundings or conditions)εχθρικό περιβάλλον επίθ + ουσ ουδ
healthy environment nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (safe and hygienic surroundings)υγιεινό περιβάλλον, υγιές περιβάλλον επίθ + ουσ ουδ
 Children need a healthy environment in which to grow up.
hostile environment nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (inhospitable or harsh surroundings)εχθρικό περιβάλλον επίθ + ουσ ουδ
 Being in a hostile work environment is no fun--you always have to watch your backside.
manufacturing environment nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (place where [sth] is mass produced)περιβάλλον παραγωγής φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
natural environment nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (habitat)φυσικό περιβάλλον ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Fish die outside their natural environment.
office environment nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (business workplace)περιβάλλον γραφείου περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (γενικότερα)περιβάλλον εργασίας περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  εργασιακό περιβάλλον επίθ + ουσ ουδ
physical environment nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (surroundings)φυσικό περιβάλλον επίθ + ουσ ουδ
social environment nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (social setting in which people exist)κοινωνικό περιβάλλον επίθ + ουσ ουδ
staging environment nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (web development: test server) (ανάπτυξη ιστοσελίδων)δοκιμαστικό περιβάλλον επίθ + ουσ ουδ
  περιβάλλον staging φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
working environment nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (employment surroundings)εργασιακό περιβάλλον επίθ + ουσ ουδ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'environment' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: a [harsh, wet, sunny] environment, an environment artist, a [desert, rainforest, temperate, tropical] environment, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση environment στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'environment'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης