enviable

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈɛnviəbəl/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈɛnviəbəl/ ,USA pronunciation: respelling(envē ə bəl)


WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
enviable adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (causing envy)αξιοζήλευτος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (καθομιλουμένη)ζηλευτός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Rob's life of luxury is certainly enviable, but he is probably lonely.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση enviable στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'enviable'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης