entrench

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ɪnˈtrɛntʃ/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ɛnˈtrɛntʃ/ ,USA pronunciation: respelling(en trench)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
entrench vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." figurative (establish, secure) (μεταφορικά, ιδέες)εδραιώνω, κατοχυρώνω, παγιώνω, θεμελιώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (δικαιώματα)παραβιάζω, καταστρατηγώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
entrench [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (military: dig a trench)οχυρώνω σε χαρακώματα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  βάζω σε χαρακώματα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  προστατεύω με χαρακώματα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The soldiers were entrenched on the left flank.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
entrench yourself vtr + refltransitive verb and reflexive pronoun: Transitive verb with reflexive pronoun--for example, "Enjoy yourself." "They behaved themselves." (military: dig a trench)οχυρώνομαι σε χαρακώματα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  μπαίνω σε χαρακώματα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The soldiers entrenched themselves in bunkers.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Συμφράσεις: [racism, elitism] is entrenched in our society, before [it] entrenches itself in our society, prevent [it] from entrenching itself in our society, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση entrench στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'entrench'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης