enthusiastic

Listen:

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ɪnˌθjuːziˈæstɪk/

US:USA pronuncation: IPAUSA pronuncation: IPA/ɛnˌθuziˈæstɪk/

US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(en tho̅o̅′zē astik)



WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
enthusiastic adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (person: keen)ενθουσιώδης επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Adam is an enthusiastic student who always makes a useful contribution in class.
 Ο Άνταμ είναι ένας ενθουσιώδης μαθητής ο οποίος πάντα συνεισφέρει με χρήσιμο τρόπο στην τάξη.
enthusiastic about [sth] adj + prep (keen, hopeful) (με κτ)ενθουσιασμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
  (μτφ, καθομ: για κτ)ξετρελαμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
  ξεσηκωμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
 I'm not enthusiastic about the new tax system.
 Δεν είμαι ενθουσιασμένη με το νέο φορολογικό σύστημα.
enthusiastic about doing [sth] exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." (excited at the prospect of doing [sth])ενθουσιασμένος που θα κάνω κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Tony's very enthusiastic about starting college.
 Ο Τόνυ είναι πολύ ενθουσιασμένος που θα ξεκινήσει το πανεπιστήμιο.
enthusiastic adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (performance, etc.: intense)ενθουσιώδης επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 The audience liked the actor's enthusiastic performance.
 Η ενθουσιώδης ερμηνεία του ηθοποιού άρεσε στο ακροατήριο.
enthusiastic adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (eager, animated)ενθουσιώδης επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Our hosts gave us an enthusiastic welcome. The player scored a goal to the enthusiastic cheers of the crowd.
 Οι οικοδεσπότες μας, μας επεφύλασσαν ένα ενθουσιώδες καλωσόρισμα.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'enthusiastic' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: gave her an enthusiastic [greeting, reception, welcome, applause, review], a less than enthusiastic [greeting], the [greeting] was less than enthusiastic, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση enthusiastic στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'enthusiastic'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης