ensilage

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈɛnsɪlɪdʒ/US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(ensə lij)

Inflections of 'ensilage' (v): (⇒ conjugate)
ensilages
v 3rd person singular
ensilaging
v pres pverb, present participle: -ing verb used descriptively or to form progressive verb--for example, "a singing bird," "It is singing."
ensilaged
v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed."
ensilaged
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked."

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
ensilage nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (green fodder stored in a silo) (αποθηκευμένη ζωοτροφή)ενσίρωμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση ensilage στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'ensilage'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης