enormous

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ɪˈnɔːrməs/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ɪˈnɔrməs/ ,USA pronunciation: respelling(i nôrməs)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
enormous adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (very big)τεράστιος, πελώριος, γιγαντιαίος, γιγάντιος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 There was an enormous spider in the bath.
 Υπήρχε μια τεράστια αράχνη στο μπάνιο.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'enormous' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: that was an enormous waste of [time, money, energy], an enormous [range, number, quantity] (of), enormous amounts of, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση enormous στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'enormous'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης