engine

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈɛndʒɪn/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈɛndʒən/ ,USA pronunciation: respelling(enjən)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
engine nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (motor)μηχανή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  κινητήρας ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 Fiona turned the key in the ignition and heard the engine come to life.
 Η Φιόνα γύρισε το κλειδί στη μίζα και άκουσε τη μηχανή να παίρνει μπρος.
engine nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (fire truck)πυροσβεστικό επίθ ως ουσουσιαστικοποιημένο επίθετο: Επίθετο που χρησιμοποιείται ως ουσιαστικό, π.χ. κάνε το καλό και ρίξτο στον γυαλό, οι πλούσιοι, κλπ.
  όχημα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  πυροσβεστικό όχημα επίθ + ουσ ουδ
 Three engines attended yesterday's house fire.
 Τρία πυροσβεστικά επιμελήθηκαν της χθεσινής φωτιάς στο σπίτι.
engine nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (train: locomotive)μηχανή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 There were three carriages behind the engine.
 Υπήρχαν τρία βαγόνια πίσω από τη μηχανή.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
the engine of [sth],
an engine for [sth]
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
figurative (stimulus) (για κάτι)έναυσμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (μτφ: με γενική ή για κτ)μοχλός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 This latest government policy is likely to prove the engine of the party's destruction.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
aircraft engine nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (motor of plane or helicopter)μηχανή αεροσκάφους ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
beer pump,
also UK: beer engine
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(draws beer from keg)διανεμητής μπύρας φρ ως ουσ αρσφράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.
  dispenser μπύρας φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
combustion engine (mechanics)κινητήρας καύσης φρ ως ουσ αρσφράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.
  μηχανή καύσης φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
diesel engine nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (engine type)κινητήρας ντίζελ, ντιζελοκινητήρας ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
Σχόλιο: ντίζελ: άκλιτο, ξενικό
 The car has a diesel engine.
displacement,
engine displacement
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(air displaced in an engine)μη διαθέσιμη μετάφραση β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
engine driver nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. ([sb] who drives a train)μηχανοδηγός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 One of the two engine drivers was killed when the trains collided.
engine room nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. literal (ship: room containing the engine)μηχανοστάσιο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
fire truck (US),
fire engine (UK)
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(fire fighting vehicle)πυροσβεστικό όχημα επίθ + ουσ ουδ
  όχημα της πυροσβεστικής φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
 Most fire trucks are painted red.
firetruck,
fire truck (US),
fire engine (UK)
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(firefighters' vehicle)πυροσβεστικό όχημα φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
 A red firetruck went speeding down the street with the siren on.
four-stroke engine,
also US: four-cycle engine
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(internal combustion engine)τετράχρονος κινητήρας επίθ + ουσ αρσ
  κινητήρας τεσσάρων χρόνων φρ ως ουσ αρσφράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.
gas engine nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (motor powered by gas combustion)κινητήρας εσωτερικής καύσης ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
gasoline engine (US),
petrol engine (UK)
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(motor that runs on petrol)βενζινοκινητήρας ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 The gasoline engines in cars are one of the causes of global warming. Our lawn mower has a petrol engine.
heat engine (thermodynamics)θερμικός κινητήρας επίθ + ουσ αρσ
  θερμική μηχανή επίθ + ουσ θηλ
hydraulic engine nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (motor powered by water energy)υδραυλικός κινητήρας έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
internal-combustion engine nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (burns fuel within cylinders)μηχανή εσωτερικής καύσης φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
jet engine nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (engine)στροβιλοκινητήρας ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  κινητήρας αεριώθησης φρ ως ουσ αρσφράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.
 The airplane had two jet engines.
 Το αεροπλάνο είχε δυο κινητήρες αεριώθησης.
jet engine nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (uses jet propulsion)κινητήρας αεριώθησης φρ ως ουσ αρσφράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.
  κινητήρας τζετ φρ ως ουσ αρσφράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.
reciprocating engine (machinery)παλινδρομικός κινητήρας επίθ + ουσ αρσ
rocket motor,
rocket engine,
rocket
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(engine of a spacecraft)πυραυλοκινητήρας ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  κινητήρας πυραύλου φρ ως ουσ αρσφράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.
search engine nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (internet searches)μηχανή αναζήτησης ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Type a keyword into your search engine and view the results.
 Γράψε μια λέξη κλειδί στη μηχανή αναζήτησής σου και δες τα αποτελέσματα.
search-engine friendly adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (web page: returned via search)φιλικός προς τις μηχανές αναζήτησης περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 You need to make your website as search-engine friendly as possible.
steam engine nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (engine powered by steam)ατμομηχανή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
switcher,
switch engine,
switching locomotive
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
US (train)μηχανάμαξα ελιγμών έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
tank engine nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (locomotive train)ατμομηχανή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
two-stroke engine,
also US: two-cycle engine
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(internal-combustion engine)κινητήρας δύο χρόνων φρ ως ουσ αρσφράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.
  δίχρονος κινητήρας επίθ + ουσ αρσ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'engine' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: the engine [size, capacity, horsepower], [change, fill, check] the engine oil, search engine [marketing, presence, optimization], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση engine στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'engine'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης