engaging

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ɪnˈgeɪdʒɪŋ/US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(en gājing)

From the verb engage: (⇒ conjugate)
engaging is: Click the infinitive to see all available inflections
v pres pverb, present participle: -ing verb used descriptively or to form progressive verb--for example, "a singing bird," "It is singing."
Σε αυτή τη σελίδα: engaging, engage

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
engaging adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (interesting) (μεταφορικά)καθηλωτικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  συναρπαστικός, εντυπωσιακός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 The professor gave an engaging lecture.
 Ο καθηγητής έδωσε μια καθηλωτική διάλεξη.
 Ο καθηγητής έδωσε μια συναρπαστική διάλεξη.
engaging adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (pleasing, charming) (μεταφορικά)καθηλωτικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  γοητευτικός, εντυπωσιακός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Dan gave Emily an engaging smile.
 Ο Νταν χάρισε στην Έμιλυ ένα γοητευτικό χαμόγελο.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
engage [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (involve, get the attention of)κινώ το ενδιαφέρον σε κπ β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
  κάνω κπ να ενδιαφερθεί β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
  κάνω κπ να θέλει να ασχοληθεί με κτ β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
 The teacher's approach to maths did not engage her students.
engage [sb] in [sth] vtr + prep (involve in)συμπεριλαμβάνω κπ σε κτ ρ μ + πρόθ
  εμπλέκω κπ σε κτ ρ μ + πρόθ
 It is important to engage children in discussions about issues that affect the whole family.
engage [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (gear: lock in position) (ταχύτητα)βάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Mike engaged the first gear and sped away.
engage [sth/sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (get into combat with)συμπλέκομαι με κπ/κτ ρ αμ + πρόθ
 The army engaged the enemy.
engage with [sth] vi + prep (be committed, involved with)ασχολούμαι με κτ ρ αμ + πρόθ
 It can be hard persuading people to engage with politics.
engage [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (person: hire as employee)προσλαμβάνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
engage in [sth] vi + prep (participate, be involved in)συμμετέχω σε κτ ρ αμ + πρόθ
  ασχολούμαι με κτ ρ αμ + πρόθ
  (πρώτα βήματα)ξεκινώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The candidate engaged in a smear campaign against his opponent.
engage to do [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (commit to do)αναλαμβάνω να κάνω κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (υπόσχομαι)δεσμεύομαι να κάνω κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The government has engaged to assist the organization's aid efforts.
 Η κυβέρνηση ανέλαβε να βοηθήσει την οργάνωση στις προσπάθειες αρωγής.
engage in [sth] vi + prep formal (do)κάνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (συμπεριφορά)έχω, επιδεικνύω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (με κάποιον τρόπο)φέρομαι ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 I trust you will no longer engage in such childish behaviour.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
engage viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (gear: become locked) (ταχύτητα)μπαίνω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 Jeff pressed the clutch pedal and heard the engine engage.
engage viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (military: fight)συγκρούομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  συμπλέκομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'engaging' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: an engaging [article, book, discussion, account, portrait], an engaging [way, approach, introduction] (to), that was an engaging [article]!, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση engaging στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'engaging'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης