engagement

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ɪnˈgeɪdʒmənt/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ɛnˈgeɪdʒmənt/ ,USA pronunciation: respelling(en gājmənt)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
engagement nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (promise to get married)αρραβώνας ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  (παλαιό)λογοδόσιμο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  μνηστεία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Adam and Charlotte's engagement is quite recent.
 Ο αρραβώνας του Άνταμ και της Σάρλοτ είναι αρκετά πρόσφατος.
engagement nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. formal (appointment)υποχρέωση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 I would like to see you while I am in Paris, although I do have a number of other engagements.
 Θα ήθελα να σε δω όταν θα είμαι στο Παρίσι, μολονότι έχω αρκετές άλλες υποχρεώσεις.
engagement nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (commitment, involvement)αφοσίωση, πίστη, δέσμευση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (με κάτι)ενασχόληση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The rebel leader questioned the level of Tim's engagement.
 Ο αρχηγός των επαναστατών αμφισβήτησε τον βαθμό αφοσίωσης του Τιμ.
engagement nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (military: combat)συμπλοκή, μάχη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The squadron's first engagement was frightening for the new recruits.
 Η πρώτη συμπλοκή της μοίρας ήταν τρομακτική για τους νεοσύλλεκτους.
engagement nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (contract, job)συμφωνία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (επίσημο: με υπογραφή)συμβόλαιο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  σύμβαση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (καθομιλουμένη)δουλειά, απασχόληση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The comedian managed to get a month-long engagement at a local theatre.
 Ο κωμικός κατάφερε να κλείσει μια μηνιαία συμφωνία με ένα τοπικό θέατρο.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
engagement ring nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (ring worn by bride-to-be)δαχτυλίδι αρραβώνων ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Her engagement ring has the biggest diamond I've ever seen.
engagement to marry nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (promise, agreement)αρραβώνας ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
prior engagement nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (meeting or event already scheduled) (ενίοτε δεν το θέλω)υποχρέωση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (καθομιλουμένη)έχω κανονίσει περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Sorry, I can't join you; I have a prior engagement.
 Συγγνώμη, δεν θα μπορέσω να έρθω. Έχω μια υποχρέωση.
rule of engagement nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (military: instructions for combat) (στρατιωτικό: για σύρραξη)κανόνες εμπλοκής φρ ως ουσ θηλ πλ
 Standard military rules of engagement forbid targetting civilian populations during a war.
student engagement nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (positive attitude to school)αφοσίωση στις σπουδές περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'engagement' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: a [gold, silver, diamond] engagement ring, put the engagement ring on her finger, [bought, offered] an engagement ring, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση engagement στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'engagement'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης