enforced

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ɪnˈfɔːrst/

From the verb enforce: (⇒ conjugate)
enforced is: Click the infinitive to see all available inflections
v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed."
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked."
Σε αυτή τη σελίδα: enforced, enforce

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
enforced adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (constrained, forced)καταναγκαστικός, εξαναγκαστικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 These beautiful buildings only exist because of enforced labour.
enforced adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (imposed, obligatory) (που επιβάλλεται από κπ)εξαναγκασμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
  (που είναι απαραίτητος)υποχρεωτικός, αναγκαστικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 The enforced blackout during the Second World War made it harder for enemy bombers to hit their targets.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
enforce [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (law, rule: keep in force)εφαρμόζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (πιο αυστηρό)επιβάλλω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The headteacher enforced the rules without making any exceptions.
 Ο διευθυντής εφάρμοσε τους κανόνες χωρίς να κάνει καθόλου εξαιρέσεις.
enforce [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (obtain by force) (συχνά με τη βία)επιβάλλω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The slave driver enforced obedience.
 Ο επιστάτης των σκλάβων επέβαλλε την υποταγή.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'enforced' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: an enforced [commitment, sanction, obligation, right, duty], an enforced [boycott, embargo, curfew], enforced [security, financial, criminal] laws, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση enforced στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'enforced'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης