enforceable

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ɪnˈfɔːrsəbəl/

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
enforceable adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (can be enforced)εφαρμόσιμος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 The police officer had doubts as to whether the new law was enforceable.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
nonenforceable,
non-enforceable
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(impossible to enforce)μη εκτελεστός περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'enforceable' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: an enforceable [law, policy, contract, standard, requirement], enforceable [security, financial, criminal] law, enforceable and binding, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση enforceable στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'enforceable'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης