enforce

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ɪnˈfɔːrs/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ɛnˈfɔrs/ ,USA pronunciation: respelling(en fôrs, -fōrs)

Inflections of 'enforce' (v): (⇒ conjugate)
enforces
v 3rd person singular
enforcing
v pres pverb, present participle: -ing verb used descriptively or to form progressive verb--for example, "a singing bird," "It is singing."
enforced
v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed."
enforced
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked."

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
enforce [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (law, rule: keep in force)εφαρμόζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (πιο αυστηρό)επιβάλλω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The headteacher enforced the rules without making any exceptions.
 Ο διευθυντής εφάρμοσε τους κανόνες χωρίς να κάνει καθόλου εξαιρέσεις.
enforce [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (obtain by force) (συχνά με τη βία)επιβάλλω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The slave driver enforced obedience.
 Ο επιστάτης των σκλάβων επέβαλλε την υποταγή.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
reinforce [sth],
reenforce [sth],
re-enforce [sth]
vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat."
(material: make stronger)ενισχύω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (σκυρόδεμα με σίδερα)οπλίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 They reinforced the doors with steel.
 Ενίσχυσαν τις πόρτες με χάλυβα.
reinforce [sth],
reenforce [sth],
re-enforce [sth]
vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat."
(military position: strengthen)ενισχύω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 New troops arrived to reinforce those already on the ground.
 Έφτασαν νέα στρατεύματα για να ενισχύσουν εκείνα που βρίσκονταν ήδη στο πεδίο της μάχης.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'enforce' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: enforce the [ruling, sentence, sanction, fine], [tried, declined, attempted] to enforce the [ruling], will (not) try to enforce the [ban, rule, ruling], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση enforce στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'enforce'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης