enfilade

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˌɛnfɪˈleɪd/

US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(enfə lād′, -läd′, en′fə lād, -läd)


Inflections of 'enfilade' (v): (⇒ conjugate)
enfilades
v 3rd person singular
enfilading
v pres pverb, present participle: -ing verb used descriptively or to form progressive verb--for example, "a singing bird," "It is singing."
enfiladed
v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed."
enfiladed
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked."

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
enfilade nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (lengthwise gunfire attack) (στρατός)πλευροκόπηση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση enfilade στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'enfilade'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης