end

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈɛnd/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ɛnd/ ,USA pronunciation: respelling(end)


Σε αυτή τη σελίδα: end, endo
Ο όρος 'end' αποτελεί εναλλακτική του όρου 'endo'. Θα τον βρείτε σε μία ή περισσότερες από τις παρακάτω γραμμές.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
end nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (conclusion) (έκβαση)τέλος ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (επίσημο)πέρας ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  λήξη ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  τερματισμός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 The story gripped me from the opening line right to the end.
 Η ιστορία με καθήλωσε από την αρχή ως το τέλος.
 Ανακοίνωσε το πέρας της διαπραγμάτευσης.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Μετά τη λήξη της συνεδρίασης, όλοι ήταν κατάκοποι.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Ο διαιτητής σφύριξε τον τερματισμό του αγώνα.
end nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (furthest part) (το πιο μακρινό μέρος)τέλος ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  άκρη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 They live at the end of the street.
 Μένουν στο τέλος του δρόμου.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Μένουν στην άλλη άκρη του δρόμου.
end nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (limit: time) (όριο: χρόνος)τέλος ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 We're moving at the end of the month.
 Μετακομίζουμε στο τέλος του μήνα.
end nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (limit, bounds) (όριο)τέλος ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (καθομιλουμένη: λαϊκό, λογοτεχνία)τελειωμός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
Σχόλιο: Ο όρος «τελειωμός» χρησιμοποιείται, συνήθως, σε αρνητικές προτάσεις για την έκφραση δυσάρεστων καταστάσεων.
 Is there no end to our problems?
 Θα μπει, ποτέ, τέλος στα προβλήματά μας;
 Θα έχουν, ποτέ, τελειωμό τα προβλήματά μας;
end nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (outcome)σκοπός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 Does the end justify the means?
 Τελικά, ο σκοπός αγιάζει τα μέσα;
end nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (tip, extremity)άκρη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  τέλος ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 You should place the end of the board against the wall.
 Τοποθέτησε την άκρη της σανίδας στον τοίχο.
end [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (bring to a conclusion) (φέρνω σε τέλος)τελειώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  λήγω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 She ended their relationship after just two months.
 Τελείωσε τη σχέση τους μετά από μόλις δυο μήνες.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Μετά από την παρέμβαση τρίτης δύναμης, οι αντίπαλοι συμφώνησαν να λήξουν τις εχθροπραξίες.
end viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (finish) (φτάνω στο τέλος)τελειώνω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (μεταφορικά)κλείνω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 The concert ended with a Mozart violin concerto.
 Η συναυλία τελείωσε με ένα κονσέρτο για βιολιά του Μότσαρτ.
 Η συναυλία έκλεισε με ένα κονσέρτο για βιολιά του Μότσαρτ.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
end nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. formal (goal, objective) (επίτευξη στόχου)σκοπός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 To what end are we doing all this?
 Με ποιο σκοπό τα κάνουμε όλα αυτά;
end adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (final)τελικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 By the time the film came to the end credits, most of the audience was crying.
end nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. literary (death) (ευφημισμός: θάνατος)τέλος ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 He met an untimely end.
 Είχε πρόωρο τέλος.
end nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (portion, aspect)θέμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  διάσταση, πλευρά ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 It was the marketing end of the enterprise that caused the failure.
 Ήταν το θέμα μάρκετινγκ που προκάλεσε την αποτυχία της επιχείρησης.
the end,
the end of [sth]
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(destruction)τέλος ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 It's the end of the world as we know it.
 Είναι το τέλος του κόσμου που γνωρίσαμε ως τώρα.
the end nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. slang, dated (the best) (αργκό, μτφ, παλαιό)άσος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  (καθομιλουμένη)τέλειος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 I love John Coltrane. He's the end!
 Αγαπώ τον Τζον Κολτρέιν. Είναι άσος!
 Αγαπώ τον Τζον Κολτρέιν. Είναι τέλειος!
end nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. UK (remnant, butt)υπόλειμμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  απομεινάρι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (καθομιλουμένη)γόπα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Please put your cigar ends in the ashtray.
 Παρακαλώ βάλε τα υπολείμματα του πούρου σου στο τασάκι.
 Παρακαλώ βάλε τα απομεινάρια του πούρου σου στο τασάκι.
 Παρακαλώ βάλε τη γόπα του πούρου σου στο τασάκι.
end nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (American football: lineman)offensive lineman περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 He was the best offensive end in the team's history.
 Ήταν ο καλύτερος offensive lineman στην ιστορία της ομάδας.
end viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (result) (σε κάποιο αποτέλεσμα)καταλήγω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (καθομιλουμένη, μτφ)πάω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 Where will it all end?
 Πού θα καταλήξει αυτή η κατάσταση;
 Πού θα πάει αυτή η κατάσταση;
end up viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (arrive, find yourself)καταλήγω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 We were trying to get to Brighton, but we ended up in Hastings.
 Προσπαθούσαμε να φτάσουμε στο Μπράιτον, αλλά καταλήξαμε στο Χέιστινγκς.
end [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (destroy, thwart)βάζω τέλος περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (επίσημο)θέτω τέρμα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The rain ended our plans to play tennis.
 Η βροχή έβαλε τέλος στα σχέδιά μας να παίξουμε τένις.
 Η βροχή έθεσε τέρμα στα σχέδιά μας να παίξουμε τένις.
end [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." literary (kill)αποτελειώνω, σκοτώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  βάζω τέλος στη ζωή κπ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (καθομιλουμένη)ξεκάνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 If only God would end the person who did this!
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Phrasal verbs
end | endo
ΑγγλικάΕλληνικά
end up vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." informal (arrive somewhere)καταλήγω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 I hoped by taking the metro I would end up in central Paris.
 Παίρνοντας το μετρό ήλπιζα να καταλήξω στο κάντρο του Παρισιού.
end up vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." informal (become)καταλήγω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (αρνητικό)καταντάω, καταντώ ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 If we keep going this way, we'll end up totally lost.
 Αν συνεχίσουμε έτσι, θα καταλήξουμε να χαθούμε εντελώς.
end up with [sth] vi phrasal + prep (have eventually)καταλήγω με κτ ρ αμ + πρόθ
 I would never have gone skydiving if I'd known I was going to end up with a broken leg.
 Δεν θα έκανα ποτέ skydiving, αν ήξερα ότι θα κατέληγα με σπασμένο πόδι.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
end | endo
ΑγγλικάΕλληνικά
at a loose end,
at loose ends
advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down."
informal, figurative (having nothing to do)χωρίς τίποτα να κάνω περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
at an end adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (finished, over)που έχει φτάσει στο τέλος του, που έχει τελειώσει περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Economists think the recession is at an end.
at the end advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (at [sth]'s conclusion)στο τέλος φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
 I haven't seen the film yet; don't tell me what happens at the end.
at the end of [sth] exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." (at [sth]'s conclusion) (με γενική)στο τέλος του/της φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
 At the end of the race, the runner fell exhausted to her knees.
at the end advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (just before death)στο τέλος φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
 At the end, she just sighed and let go of my hand.
 Στο τέλος απλώς αναστέναξε και άφησε το χέρι μου.
at the end of the day exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." (in the evening)στο τέλος της ημέρας επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 He went home at the end of the day.
 Στο τέλος της ημέρας πήγε σπίτι.
at the end of the day exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." figurative (ultimately) (μεταφορικά)στο κάτω κάτω της γραφής, στην τελική επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 At the end of the day, there's nothing we can do.
 Στο κάτω κάτω της γραφής δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα.
at the end of the earth exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." (in a distant place) (καθομιλουμένη)στου διαόλου την μάνα, στου διαόλου το κέρατο έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
at the other end of the spectrum advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (as a complete contrast) (μτφ: εντελώς αντίθετα)στην αντίπερα όχθη φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
  στο άλλο άκρο φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
  από την άλλη πλευρά φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
  από την άλλη φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
 I like opera but at the other end of the spectrum I'm a punk rock fan.
at wit's end,
at your wit's end
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(upset, frustrated)είμαι σε απόγνωση ρ έκφρρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.
 Kathy was at her wit's end with worry when her son failed to come home from school.
 Η Κάθι ήταν σε απόγνωση όταν ο γιος της δε γύρισε σπίτι από το σχολείο.
at wit's end,
at your wit's end,
at your wits' end
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(unable to find a solution)που δεν ξέρει τι άλλο να κάνει περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (μεταφορικά)σε αδιέξοδο, σε απόγνωση περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (καθομιλουμένη, μτφ)έχω πελαγώσει ρ έκφρρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.
Σχόλιο: Both positions of the apostrophe are in use: wit's and wits'.
 Having spent three hours unsuccessfully trying to fix the photocopier, Dave was at his wit's end.
 Μετά από τρεις ώρες που προσπαθούσε να φτιάξει το φωτοτυπικό ο Ντέιβ δεν ήξερε πια τι άλλο να κάνει.
back end nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (rear part)πίσω μέρος ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 He cruelly likened her appearance to the back end of a bus!
back-end adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (phase: final)τελικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
be-all end-all nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (most important element)το σημαντικότερο στοιχείο, το βασικότερο περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  ουσία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 That film is the be-all end-all of the science fiction genre.
beginning and end nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (totality of [sth])αρχή και τέλος έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 That's the beginning and end of the matter, I won't discuss it further.
beginning of the end nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (point [sth] is doomed)η αρχή του τέλους έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 The sex scandal marked the beginning of the end for his career.
bell end nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. UK, vulgar, slang (head of the penis) (χυδαίο: κεφαλή πέους)παπάς ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  (καθομιλουμένη)κεφάλι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
bell end,
bellend
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
UK, vulgar, figurative, slang (idiot, stupid person) (αργκό: βλάκας)χαϊβάνι, κουτορνίθι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
book end,
bookend
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(support that keeps books in place)βιβλιοστάτης ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 Bob gave me a matching pair of wooden book ends as a present.
bottom end nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (engine: larger end of rod)κάτω άκρο, κάτω μέρος επίθ + ουσ ουδ
bring to an end vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (conclude, finish)τελειώνω, σταματώ, ολοκληρώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The conference was brought to an end in the late afternoon.
business end (tools) (εργαλείου)βασικό λειτουργικό άκρο, βασικό άκρο λειτουργίας φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
butt end nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (thicker end, remainder)πλατύ άκρο επίθ + ουσ ουδ
by the end advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (before the final moment)πριν το τέλος έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 By the end of the first chapter, I could guess the solution to the mystery. I'm usually exhausted by the end of the day.
 Πριν το τέλος του πρώτου κεφαλαίου, μπορούσα να μαντέψω τη λύση του μυστηρίου. Είμαι συνήθως εξαντλημένος πριν το τέλος της μέρας.
come to a bitter end v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (end unpleasantly)έχω άδοξο τέλος έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  τελειώνω άσχημα, λήγω άσχημα, καταλήγω άσχημα ρ αμ + επίρ
 Their marriage came to a bitter end after he had a series of affairs.
come to an end v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (conclude)φτάνω στο τέλος,καταλήγω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 All good things must come to an end.
come to an end v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (be resolved)διευθετούμαι,ολοκληρώνομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 With some therapy your internal conflict could finally come to an end.
dead end nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (road: cul-de-sac)αδιέξοδο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The street led to a dead end so we had to turn around.
 Ο δρόμος οδηγούσε σε αδιέξοδο, επομένως έπρεπε να γυρίσουμε.
dead-end adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (no future)χωρίς μέλλον, χωρίς προοπτική περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  που δεν έχει μέλλον, που δεν έχει προοπτική περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (μεταφορικά)αδιέξοδο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Rick hated his dead-end job.
 Ο Ρικ μισούσε τη δουλειά του, η οποία δεν είχε καμία προοπτική.
dead-end street nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US (cul-de-sac, road with no exit)αδιέξοδο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Don't turn there, it's a dead-end street.
draw to a close,
draw to an end
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
(finish)κλείνω, ολοκληρώνομαι, τελειώνω, λήγω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (επίσημο)περατώνομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (επίσημο)έρχομαι εις πέρας έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 As the evening drew to a close, the orchestra played a final waltz.
 Καθώς τελείωνε η βραδιά, η ορχήστρα έπαιξε ένα τελευταίο βαλς.
draw to an end v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (close, finish)βαίνω προς το τέλος, βαίνω προς τη λήξη έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
end date nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (day when [sth] finishes or closes)καταληκτική ημερομηνία επίθ + ουσ θηλ
  ημερομηνία λήξης φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
end in v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (result in)καταλήγω σε ρ μ + πρόθ
end line nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (American football: field marking)γραμμή γηπέδου ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The end line is located at the back of each end zone.
end of life nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (product, vehicle: discontinuation)τέλος κύκλου ζωής φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
Σχόλιο: Hyphens are used when the term is an adjective that precedes the noun.
end of life,
end-of-life
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(final days of terminal disease) (ασθένεια)τελευταίου σταδίου, τελικού σταδίου επίθ + ουσ ουδ
  (ασθενής, χρονική περίοδος)στο τέλος της ζωής περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 A hospice is often the best place for end-of-life care.
end of life,
end-of-life
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(product, vehicle: discontinued)στο τέλος του κύκλου ζωής του περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  που βρίσκεται στο τέλος του κύκλου της ζωής του περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
end of the month nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal, figurative (payday)ημέρα πληρωμής φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
  ημέρα που πληρώνομαι περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
end off vi + adv informal (conclude, finish in a certain way)λήγω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  τελειώνω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
end [sth] off,
end off [sth]
vtr + adv
informal (bring to a conclusion)λήγω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  τελειώνω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
end plate nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (mining: shorter member of set)τελική πλάκα επίθ + ουσ θηλ
  ακραία πλάκα επίθ + ουσ θηλ
end plate nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (cell biology)τελική πλάκα επίθ + ουσ θηλ
end point nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (extremity)άκρο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The end points are several hundred metres apart.
end point,
endpoint,
end-point
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(where [sth] ends)άκρο, τελείωμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The proposed diversion alters the end point of the footpath.
end product nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (result of a process) (αποτέλεσμα διεργασίας)τελικό προϊόν ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The end product of the process is a 100% organic fertilizer.
end result nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (product created by a process)τελικό αποτέλεσμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The end result of the process is a new recyclable plastic.
end result nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (consequence) (συνέπεια)τελικό αποτέλεσμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The end result of a failure to follow safety procedures could be injury or death.
end rhyme nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (poetry: rhyme at end of a line)ομοιοκαταληξία στο τέλος της γραμμής περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
end run nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (American football manoeuvre)τακτική στο ποδόσφαιρο, στην οποία ο παίκτης με την μπάλα τρέχει έξω από την επιθετική γραμμή β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
 The player tried to make an end run, but was tackled.
end run nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US, figurative (trick to bypass [sth])παραβίαση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (μεταφορικά)παράκαμψη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The company was accused of making an end run around the regulations.
end table nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (small table at end of sofa)τραπεζάκι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
Σχόλιο: υποκοριστικό του τραπέζι
End Times nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." (religion: End of Days)η Δευτέρα Παρουσία φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
  το τέλος του κόσμου φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
end to end advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (in a row)από άκρη σε άκρη επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
Σχόλιο: Hyphens are used when the term is an adjective
 If all placed end to end, the rows of seats would stretch for 54 kilometres.
end-to-end adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (from start to finish)από την αρχή ως το τέλος περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The match delivered end-to-end thrills, with six near-goals.
end-to-end adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (continuous)συνεχόμενος, διαδοχικός, αλλεπάλληλος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 The movie is packed with end-to-end fight scenes.
end up doing [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (eventually have to do)καταλήγω να κάνω κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (αποδοκιμασία)καταντώ να κάνω κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
end up on the scrap heap v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." informal, figurative (be discarded)καταλήγω στα παλιοσίδερα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  είμαι για τα παλιοσίδερα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
end use,
end-use
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
([sth]'s purpose)τελική χρήση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
end user nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (consumer)τελικός χρήστης επίθ + ουσ αρσ
 The end user's point of view is too often not taken on board by product designers.
 Πολλές φορές οι σχεδιαστές προϊόντων δεν λαμβάνουν υπόψη την οπτική του τελικού χρήστη.
the end-all nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (ultimate goal)απώτερος στόχος, απώτερος σκοπός επίθ + ουσ αρσ
end-of-life product nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (manufacturing: discontinued item)προϊόν στο τέλος του κύκλου ζωής του περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
endgame,
end-game,
end game
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(final part of a chess game) (σκάκι)φινάλε ουσ ουδ ακλ
 Because his rook was trapped, Brian found himself in the endgame of the chess match.
endgame,
end-game,
end game
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
figurative (final stage of a process) (διαδικασία)τελικό στάδιο περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The endgame will consist of comparing this year's sales numbers to last year's.
endo,
end
prefixprefix: Added to front of word stem--for example, unsaid = un+said.
(within; inside)ενδο- β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
 For example: endoskeleton
endo,
end
prefixprefix: Added to front of word stem--for example, unsaid = un+said.
(taking in)ενδο- β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
 For example: endocytosis
endpaper,
end leaf,
end sheet
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(paper at front or back of a book) (ανάλογα τη θέση)πρώτο φύλλο επίθ + ουσ ουδ
  τελευταίο φύλλο επίθ + ουσ ουδ
fag end nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (last part of a cigarette)αποτσίγαρο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
the fag end of [sth],
the fag-end of [sth]
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
UK, figurative (last part of [sth])το τέλος άρθ ορ + ουσ ουδ
 The novel is set in London at the fag end of the 19th century.
fag end nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. historical (unfinished end of cloth)ξεφτισμένο άκρο μτχ πρκ + ουσ ουδ
far end nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (furthest part, limit)άκρη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  άκρο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The station is situated at the far end of the village.
fiscal year end (US),
financial year end (UK)
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(close of accounting period)τέλος οικονομικού έτους φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
for hours on end advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (for long stretches of time) (μεγάλο χρονικό διάστημα)με τις ώρες, για ώρες περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (εμφατικός τύπος)ώρες ολόκληρες περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 He sits there and plays computer games for hours on end.
for years on end advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (for many years)για πολλά χρόνια επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
Σχόλιο: επιρρηματικός προσδιορισμός
 She searched for her lost child for years on end, but never found him.
from beginning to end advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (all the way through)απ'την αρχή ως το τέλος έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 I read the whole 400-page report from beginning to end.
from end to end advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (in length)από το ένα άκρο στο άλλο έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 From end to end, an American football field is 100 yards long.
front end nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (foremost part)εμπρόσθιο άκρο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The front end of the car was badly damaged.
front-end adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (relating to foremost part)μπροστινός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  εμπρόσθιος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  πρόσθιος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
front-end adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (money: paid at beginning) (χρηματικό ποσό)προκαταβολικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
front-end adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (computer: user's access) (πληροφορική, διασύνδεση με χρήστη)μετωπιαίος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  μετωπιαίου άκρου περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
go off the deep end v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." figurative (do [sth] extreme) (καθομιλουμένη, μεταφορικά)τα χάνω εκφρ
  (αργκό, μεταφορικά)το χάνω έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
have no end v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (be infinite)είμαι ατελείωτος, δεν έχω τέλος έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
have no end v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." figurative (be interminable)είμαι αδιάκοπος, είμαι ασταμάτητος ρ έκφρρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.
 His love for her had no end.
 Η αγάπη του για αυτήν ήταν αδιάκοπη.
high end nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (expensive range) (έμφαση στην τιμή)ακριβός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (έμφαση στην ποιότητα)ποιοτικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (καθομιλουμένη: τιμή)τσιμπημένος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (καθομιλουμένη, μτφ: και τα δύο)καλός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 It's a nice handbag, but it's on the high end.
 Είναι ωραία τσάντα, αλλά ακριβή.
high-end adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (upmarket or exclusive)ακριβός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (καθομ: μαγαζί)κυριλέ επίθ άκλάκλιτο επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.κυριλέ ντύσιμο, γκρι μαλλιά κλπ, και δεν αλλάζει ανάλογα με το γένος. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
 I work at a high-end clothing store; nothing we sell is under $100.
in the end advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (ultimately)στην τελική φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
  τελικά επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 In the end, it doesn't really matter whether we go to Milan or Barcelona for our holiday; either would be great.
 Στην τελική, δεν έχει και πολύ σημασία αν θα πάμε στο Μιλάνο ή στη Βαρκελώνη για διακοπές. Και τα δύο θα ήταν τέλεια.
in the end advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (finally, eventually)τελικά επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
  στο τέλος φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
 He finished his work in the end.
 Τελικά την τέλειωσε τη δουλειά του.
It'll end in tears exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." informal (this will lead to [sth] bad)θα έχει άσχημη κατάληξη εκφρ
  θα έχουμε κλάματα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
journey's end nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (destination)προορισμός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 After months on the road, they were sad to have finally reached journey's end.
light at the end of the tunnel nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (prospect of relief or success) (μεταφορικά)φως στο τούνελ, φως στην άκρη του τούνελ φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
loose end nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (unfastened end of [sth])ελεύθερο άκρο επίθ + ουσ ουδ
loose end nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative, usually plural (unfinished business)εκκρεμότητα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (μεταφορικά, καθομ)ανοιχτό μέτωπο επίθ + ουσ ουδ
 Your essay just isn't good enough: it's full of loose ends for a start.
loose end nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative, usually plural (unfinished detail)εκκρεμότητα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The company directors had one more loose end to tie up before they could announce the merger.
 Οι διευθυντές της εταιρείας έπρεπε να διευθετήσουν ακόμα μία εκκρεμότητα, προτού ανακοινώσουν τη συγχώνευση.
low-end adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (basic)απλός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  που έχει τον βασικό εξοπλισμό περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  κατώτερης ποιότητας φρ ως επίθφράση ως επίθετο ή επιθετικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ. άτομο υψηλής νοημοσύνης, άριστης ποιότητας υλικά κλπ.
  (για ποσά)χαμηλός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
make [sb]'s hair stand on end v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (frighten [sb](μεταφορικά)μου σηκώνεται η τρίχα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (κατά λέξη)κάνω να σηκωθεί η τρίχα κάποιου έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 That guy was so creepy, he made my hair stand on end.
 Αυτός ο τύπος είναι τόσο ανατριχιαστικός που μου σηκώνεται η τρίχα.
means to an end nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (method of achieving [sth])το μέσο για να πετύχω κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (με γενική)το μέσο για την επίτευξη περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 It doesn't matter that he lied; it was just a means to an end. The junta has promised new civilian elections; the coup was a means to an end.
mutual fund,
open-end investment company
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(investment program) (οικονομία)εταιρεία επενδύσεων έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  επιχείρηση που δημιουργήθηκε με σκοπό την από κοινού συγκέντρωση των κεφαλαίων πολλών ατόμων περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  αμοιβαίο κεφάλαιο ανοικτού τύπου έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'end' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: the [discussion, argument, conversation] ended, the very end of, the end [date, position, result, point], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση end στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'end'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης