encroachment

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ɪnˈkrəʊtʃmənt/US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(en krōchmənt)


WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
encroachment nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (intrusion, trespass: on property) (ιδιοκτησίας, περιουσίας)καταπάτηση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Each encroachment is subject to a fine of $100.
encroachment nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (infringement: of rights) (δικαιωμάτων)καταπάτηση, παραβίαση, καταστρατήγηση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The regime's encroachment on civil rights worries observers.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'encroachment' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση encroachment στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'encroachment'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης