encore

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈɒŋkɔːr/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈɑŋkɔr, ˈɑn-/ ,USA pronunciation: respelling(ängkôr, -kōr, än-)

Inflections of 'encore' (v): (⇒ conjugate)
encores
v 3rd person singular
encoring
v pres pverb, present participle: -ing verb used descriptively or to form progressive verb--for example, "a singing bird," "It is singing."
encored
v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed."
encored
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked."

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
encore nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (call to return to stage)ανκόρ ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
  (καθομ, πιο γενικά)ζητωκραυγές, επευφημίες ουσ θηλ πλουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. οι γιορτές (χρονική περίοδος), είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.
  (παλαιό)μπιζάρισμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The actor could hear the encores from her dressing room.
 Η ηθοποιός μπορούσε να ακούσει τα ανκόρ απ' το καμαρίνι της.
 Η ηθοποιός μπορούσε να ακούσει τις επευφημίες απ' το καμαρίνι της.
encore nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (further performance)ανκόρ ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
  (παλαιό)μπιζάρισμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The singer performed three encores, before the audience was finally satisfied.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Η μπάντα έκλεισε τη συναυλία μετά από δύο ανκόρ.
Encore! interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" (requesting further performance)κι άλλο!, ανκόρ! επιφεπιφώνημα: Φανερώνει έντονο συναίσθημα όπως π.χ. έκπληξη, ενθουσιασμό, απογοήτευση, πόνο κλπ.
  (σε ξένη συναυλία)we want more! επιφεπιφώνημα: Φανερώνει έντονο συναίσθημα όπως π.χ. έκπληξη, ενθουσιασμό, απογοήτευση, πόνο κλπ.
  (παλαιό)μπιζ! επιφεπιφώνημα: Φανερώνει έντονο συναίσθημα όπως π.χ. έκπληξη, ενθουσιασμό, απογοήτευση, πόνο κλπ.
 The audience members rose to their feet, applauding. "Encore!" they shouted.
 Τα μέλη του ακροατηρίου σηκώθηκαν όρθια και χειροκροτούσαν. «Κι άλλο!» φώναζαν.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
encore [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (audience: call for encore)ζητώ κι άλλο περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (πιο γενικά: καλλιτέχνη)επευφημώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (πιο γενικά)ζητωκραυγάζω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (παλαιό)μπιζάρω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The audience encored the performer.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'encore' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: played an encore performance, a [rousing, crowd-pleasing, pulsating] encore, the [band, group] played an encore, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση encore στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'encore'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης