enclosed

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ɪnˈkləʊzd/

From the verb enclose: (⇒ conjugate)
enclosed is: Click the infinitive to see all available inflections
v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed."
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked."
Σε αυτή τη σελίδα: enclosed, enclose

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
enclosed adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (in envelope, box)εσώκλειστος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  που εσωκλείεται, που εμπεριέχεται περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Henry opened the envelope and took out the enclosed documents.
 Ο Χένρι άνοιξε τον φάκελο και έβγαλε τα έγγραφα που εσωκλείονταν.
enclosed adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (fenced or surrounded)περιφραγμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
 The house comes with one hundred acres of enclosed land.
 Το σπίτι περιλαμβάνει τετρακόσια στρέμματα περιφραγμένης γης.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
enclose [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (surround)περικλείω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  περιβάλλω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 A high stone wall enclosed the garden.
enclose [sth/sb] in [sth] vtr + prep (contain, restrict)κλείνω κπ/κτ σε κτ ρ μ + πρόθ
  εσωκλείω κτ σε κτ ρ μ + πρόθ
  περιβάλλω κτ/κπ με κτ ρ μ + πρόθ
 You can enclose the text in a box to make it stand out.
enclose [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (include in envelope)εσωκλείω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 I enclose my resume for your consideration.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
enclosed | enclose
ΑγγλικάΕλληνικά
enclosed space nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (small, confined area)κλειστός, περιορισμένος χώρος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
enclosed vessel nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (closed or sealed receptacle)κλειστό δοχείο επίθ + ουσ ουδ
  σφραγισμένο δοχείο επίθ + ουσ ουδ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'enclosed' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: a fully enclosed area, open and enclosed areas, an enclosed [area, garden, space, workspace, garden], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση enclosed στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'enclosed'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης