enchanting

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ɪnˈtʃɑːntɪŋ/US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(en chanting, -chän-)

Σε αυτή τη σελίδα: enchanting, enchant

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
enchanting adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (music, arts: captivating) (τέχνη)μαγευτικός, σαγηνευτικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
enchanting adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (person: delightful) (άνθρωπος)γοητευτικός, μαγευτικός, θελκτικός, αξιαγάπητος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
enchant [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (delight, charm)μαγεύω, γοητεύω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The young girl's beautiful singing voice enchanted the crowd.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
enchant [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (put spell on [sb])κάνω μάγια σε κπ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  μαγεύω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The witch enchanted the child and made him appear as an old man.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'enchanting' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση enchanting στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'enchanting'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης