emphatic

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ɪmˈfætɪk/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ɛmˈfætɪk/ ,USA pronunciation: respelling(em fatik)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
emphatic adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (strongly expressed)κατηγορηματικός, εμφατικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Jasmine's demands were emphatic; she would not take no for an answer.
emphatic adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (win: clear, decisive)ξεκάθαρος, καθαρός, αποφασιστικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 The team scored an emphatic victory in yesterday's match.
emphatic adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (linguistics: that emphasizes [sth])εμφατικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 In English, an emphatic pronoun such as "myself" cannot be used as the subject of a sentence.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
emphatic,
emphatic that
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(adamant, determined)αποφασισμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'emphatic' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση emphatic στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'emphatic'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης