Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:

emergency cord


Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο emergency παρατίθεται στη συνέχεια.

Δείτε επίσης: cord

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
emergency nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (situation)έκτακτη ανάγκη επίθ + ουσ θηλ
  επείγον περιστατικό μτχ ενεστ + ουσ ουδ
 There was an emergency and the Prime Minister had to come back from his holiday.
 Προέκυψε για έκτακτη ανάγκη και ο Πρωθυπουργός έπρεπε να γυρίσει απ' τις διακοπές του.
emergency n as adjnoun as adjective: Describes another noun--for example, "boat race," "dogfood." (for emergencies)για περίπτωση ανάγκης φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
  (σε γενική)ανάγκης ουσ ως επίθουσιαστικό σε θέση επιθέτου: Ουσιαστικό που χρησιμοποιείται ως επίθετο, π.χ. είμαι χώμα από την κούραση κλπ.
  (σε γενική)έκτακτης ανάγκης φρ ως επίθφράση ως επίθετο ή επιθετικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ. άτομο υψηλής νοημοσύνης, άριστης ποιότητας υλικά κλπ.
 Glenn always carries an emergency supply of chocolate.
 Ο Γκλεν έχει πάντα μαζί του μια ποσότητα σοκολάτας για περίπτωση ανάγκης.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
Accident and Emergency Unit nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. UK (emergency room)τμήμα επειγόντων περιστατικών φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
  (καθομιλουμένη)επείγοντα επίθ ως ουσ ουδ πλ
emergency brake nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (hand brake in car)χειρόφρενο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 You should set the emergency brake when you park on a hill.
emergency care nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (urgent medical attention)επείγουσα ιατρική βοήθεια φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
 The paramedics gave emergency care at the scene of the accident.
emergency exit nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (door, way out)έξοδος κινδύνου ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
emergency landing nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (aircraft: emergency descent)αναγκαστική προσγείωση επίθ + ουσ θηλ
emergency medical service nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. often plural (paramedics)υπηρεσία έκτακτης ιατρικής βοήθειας, υπηρεσία πρώτων βοηθειών φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
Emergency Medical Technician nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (paramedic)Τεχνικός Επείγουσας Ιατρικής φρ ως ουσ αρσ/θηλφράση ως ουσιαστικό αρσενικό/θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού ή θηλυκού γένους, π.χ. πολιτικός μηχανικός, Διευθύνων Σύμβουλος κλπ.
emergency operation nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (surgery: urgent)επείγουσα χειρουργική επέμβαση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
emergency room (US),
casualty department,
accident and emergency (UK)
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(hospital: casualty department)Τμήμα Εκτάκτων Περιστατικών φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
  τα Επείγοντα φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
 The ambulance took the injured man to the emergency room. The casualty department was filled with victims of the accident.
emergency stop nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (driving manoeuvre: sudden halt)απότομο σταμάτημα επίθ + ουσ ουδ
  (επίσημο)σταμάτημα έκτακτης ανάγκης φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
EMS nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. initialism (emergency medical service)πρώτες βοήθειες επίθ + ουσ θηλ πλ
EMT nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. initialism (emergency medical technician)διασώστης, διασώστρια ουσ αρσ, ουσ θηλουσιαστικό αρσενικό, ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού και θηλυκού γένους. Αναφέρονται αμφότερα καθώς ο ξενόγλωσσος όρος αναφέρεται και στα δύο γένη.
  διασώστης του ΕΚΑΒ φρ ως ουσ αρσφράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.
ER (US),
A&E (UK)
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
initialism (emergency room)εντατική ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (συντομογραφία)ΜΕΘ ουσ θηλ άκλουσιαστικό θηλυκό άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους και δεν κλίνεται, π.χ. μακιγιέζ, μπέιμπι-σίτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
 Where do you turn for the entrance to the ER?
in an emergency advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (in a case of urgent need)σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης, σε περίπτωση εκτάκτου ανάγκης περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (κάτι επικίνδυνο)σε περίπτωση κινδύνου περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
medical emergency nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (illness or injury needing urgent treatment)επείγον ιατρικό περιστατικό περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  ιατρικό επείγον περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 In case of a medical emergency, please call a doctor immediately.
state of emergency nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (disaster situation)κατάσταση έκτακτης ανάγκης φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
  κατάσταση εκτάκτου ανάγκης φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση emergency cord στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'emergency cord'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης