Σε αυτή τη σελίδα: embroidered, embroider

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
embroidered adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (embellished with stitches)κεντημένος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (επίσημο)κεντητός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (επάνω σε κάτι)ραμμένος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
embroider [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (sew a design onto)κεντάω, κεντώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Molly embroidered the hem of her jeans.
embroider [sth] on [sth] vtr + prep (design: sew onto [sth](κάτι σε κάτι)κεντάω, κεντώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Jamie embroidered a red bird on her handkerchief.
embroider [sth] onto [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (design: sew onto [sth](κάτι σε κάτι)κεντάω, κεντώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Sally is embroidering flowers onto the cushion cover.
embroider [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." figurative (add invented details to) (μεταφορικά)διακοσμώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The suspect embroidered his story with false details to fool the detective.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'embroidered' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση embroidered στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'embroidered'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης