embrace

Listen:
 [ɪmˈbreɪs]


Inflections of 'embrace' (v): (⇒ conjugate)
embraces
v 3rd person singular
embracing
v pres pverb, present participle: -ing verb used descriptively or to form progressive verb--for example, "a singing bird," "It is singing."
embraced
v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed."
embraced
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked."

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
embrace nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (hug)αγκαλιά ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (επίσημο)εναγκαλισμός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  (ξεπερασμένο, ποιητικό)αγκάλιασμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Carl's loving embrace reassured his wife.
 Η τρυφερή αγκαλιά του Καρλ καθησύχασε τη γυναίκα του.
embrace [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (hug)αγκαλιάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  παίρνω αγκαλιά περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 He reluctantly embraced his former enemy.
 Αγκάλιασε διστακτικά τον πρώην εχθρό του.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Πήρε στην αγκαλιά της το παιδί και το παρηγόρησε.
embrace [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." figurative (accept)αποδέχομαι ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (μεταφορικά)αγκαλιάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (επίσημο)ενστερνίζομαι, ασπάζομαι ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (λόγιος)εγκολπώνομαι, εγκολπούμαι ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 His colleagues embraced his proposals.
 Οι συνάδελφοί του αποδέχτηκαν τις προτάσεις του.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Δεν ασπάζομαι (or: ενστερνίζομαι) τις απόψεις σου, αλλά εξακολουθώ να τις σέβομαι.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Δεν εγκολπώνομαι τις απόψεις σου, αλλά εξακολουθώ να τις σέβομαι.
embrace [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." figurative (welcome)επωφελούμαι από κτ ρ αμ + πρόθ
  (μεταφορικά, καθομιλούμένη)αρπάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  εκμεταλλεύομαι ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (λόγιο: με γενική)δράττομαι, επωφελούμαι ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 I would urge you to embrace this opportunity before it is too late.
 Θα σου συνιστούσα να επωφεληθείς από την ευκαιρία, πριν να είναι πολύ αργά.
 Θα σου συνιστούσα να αρπάξεις την ευκαιρία, πριν να είναι πολύ αργά.
 Θα σου συνιστούσα να εκμεταλλευτείς την ευκαιρία, πριν να είναι πολύ αργά.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Είναι άνθρωπος που δράττεται (or: επωφελείται) κάθε καλής ευκαιρίας που του δίνεται.
embrace viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (hug)αγκαλιάζομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 The lovers embraced.
 Οι εραστές αγκαλιάστηκαν.
embrace [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." figurative (adopt) (μεταφορικά, επίσημο)ασπάζομαι, υιοθετώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The emperor eventually embraced the new religion.
 Ο αυτοκράτορας, τελικά, ασπάστηκε (or: υιοθέτησε) τη νέα θρησκεία.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
embrace nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (acceptance)αποδοχή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 I want to feel the embrace of your family, but I don't think they'll ever accept me.
 Θέλω να νιώσω την αποδοχή της οικογένειάς σου, αλλά δε νομίζω ότι θα με δεχτούν ποτέ.
embrace [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." figurative (comprise)περιλαμβάνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Mathematics embraces arithmetic, algebra and geometry.
 Τα μαθηματικά περιλαμβάνουν την αριθμητική, την άλγεβρα και τη γεωμετρία.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
Embrace the suck interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" slang (military: accept harsh reality)αποδέχομαι τη σκληρή πραγματικότητα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'embrace' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: they embraced, in a [strong, long, warm, passionate] embrace, embraced each other, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση embrace στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'embrace'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης