embody

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ɪmˈbɒdi/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ɛmˈbɑdi/ ,USA pronunciation: respelling(em bodē)


Inflections of 'embody' (v): (⇒ conjugate)
embodies
v 3rd person singular
embodying
v pres pverb, present participle: -ing verb used descriptively or to form progressive verb--for example, "a singing bird," "It is singing."
embodied
v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed."
embodied
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked."

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
embody [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (concretely represent)ενσαρκώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The artist's work embodied the spirit of the age.
 Το έργο του καλλιτέχνη ενσάρκωσε το πνεύμα της εποχής.
embody [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (person: be example of)ενσαρκώνω, αντιπροσωπεύω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 My husband embodies everything that is good about being a man.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Η Μέρη ενσαρκώνει όλες τις αρετές μιας καλής συζύγου και μητέρας.
embody [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (include, contain)περιέχω, περιλαμβάνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Richard does not believe in God, but recognizes that religion embodies certain values that are good for society.
 Ο Ρίτσαρντ δεν πιστεύει στον Θεό, αναγνωρίζει όμως ότι η θρησκεία περιέχει ορισμένες αξίες που είναι ωφέλιμες για την κοινωνία.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'embody' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: embodies the [spirit, idea, values, philosophy] of, embodies [team, the Olympic, fighting, competitive] [spirit], embodies [family, traditional, Western] values, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση embody στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'embody'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης