embankment

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ɪmˈbæŋkmənt/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ɛmˈbæŋkmənt/ ,USA pronunciation: respelling(em bangkmənt)


WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
embankment nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (water barrier, dyke)ανάχωμα, επίχωμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 After days of heavy rain, the river overflowed its embankments.
embankment nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (road support)επίχωμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (καθομιλουμένη)ανάχωμα ουσ ου
 The truck lost control on the icy road and slammed into the embankment.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'embankment' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση embankment στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'embankment'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης