effect

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ɪˈfɛkt/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ɪˈfɛkt/ ,USA pronunciation: respelling(i fekt)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
effect nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (consequence)συνέπεια ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  αποτέλεσμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Before you do anything, think about the possible effects of your actions.
 Πριν κάνεις κάτι, σκέψου τις πιθανές συνέπειες των πράξεών σου.
 Πριν κάνεις κάτι, σκέψου τα πιθανά αποτελέσματα των πράξεών σου.
effect nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (efficacy)αποτέλεσμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (επίσημο)επίδραση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The government intervention had no effect.
 Η παρέμβαση της κυβέρνησης δεν είχε αποτέλεσμα.
 Η παρέμβαση της κυβέρνησης δεν είχε καμία επίδραση.
effect nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (appearance)εμφάνιση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  εικόνα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 This make-up creates a lovely effect.
 Με αυτό το μέικ-απ πετυχαίνετε μια πολύ καλή εμφάνιση.
effect nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. often plural (visual, audio device)εφέ ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
 The band used some lighting effects in their show.
 Η μπάντα χρησιμοποίησε ορισμένα εφέ φωτισμού στο σόου.
effects nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." (belongings)υπάρχοντα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 He had very few personal effects.
 Είχε πολύ λίγα υπάρχοντα.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
effect nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (meaning)εντύπωση ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The effect of his look was clear. He was very angry.
 Η εντύπωση που έδινε το βλέμμα του ήταν ξεκάθαρη. Ήταν πολύ θυμωμένος.
effect nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (physics: phenomenon)φαινόμενο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 This paper discusses the production of mechanical effect.
effect vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (bring about)επιφέρω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The government effected change through its policy of taxation.
 Η κυβέρνηση επέφερε αλλαγές μέσω της φορολογικής της πολιτικής.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
cause and effect nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (principle of causality)αίτιο και αποτέλεσμα φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
  αίτιο και αιτιατό φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
 The law of cause and effect (Karma) is an important principle in Buddhism.
come into force,
come into effect
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
(become applicable, active)τίθεμαι σε ισχύ ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 The new law does not come into force until February of next year.
desired effect nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (intended result or impact)επιθυμητό αποτέλεσμα επίθ + ουσ ουδ
 Wearing a scary mask on Halloween got the desired effect: everyone was scared.
deterrent effect nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (that deters)αποτρεπτικό αποτέλεσμα επίθ + ουσ ουδ
 Despite what its supporters say, studies show that the deterrent effect of the death sentence is negligible.
dihedral effect nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (rolling of an aircraft) (ζαργκόν: αεροπορία)επίδραση της διέδρου περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
domino effect nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (chain of events)αλυσιδωτές αντιδράσεις ουσ θηλ πλουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. οι γιορτές (χρονική περίοδος), είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.
 The Tunisia Revolution triggered a domino effect in the region.
effect size nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (statistics: ratio)μέγεθος της επίδρασης, μέγεθος του αποτελέσματος φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
for effect exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." (to make an extra impression)για να κερδίσω εντυπώσεις, για να τραβήξω την προσοχή έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (καθομιλουμένη)για εφέ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
greenhouse effect nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (environment: global warming)φαινόμενο του θερμοκηπίου φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
 Temperatures are gradually rising globally due to the greenhouse effect.
Groundhog Day effect nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (repetitious routine)ημέρα της μαρμότας φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
have a strong effect v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (make a big impact)έχω μεγάλη επίδραση, έχω σημαντική επίδραση περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Bright colors have a strong effect on mood.
have an effect v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (make an impact)είμαι αποτελεσματικός ρ έκφρρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.
  έχω αποτέλεσμα, φέρνω αποτέλεσμα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  αποδίδω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 Advertising takes a lot of money to have an effect.
hypnotic effect nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (power to put into a trance)υπνωτική δράση επίθ + ουσ θηλ
 Her perfume had a hypnotic effect on those around her.
hypnotic effect nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (power to mesmerize or entrance)γοητεία που ασκεί κάτι περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
in effect advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (to all intents and purposes)στην πραγματικότητα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  ουσιαστικά, βασικά επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
  στην ουσία περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The Internet is, in effect, the most detailed archive of our times.
 Βασικά το ίντερνετ αποτελεί το πιο λεπτομερές αρχείο της εποχής μας.
be in effect v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (be in operation)ισχύω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  βρίσκομαι σε ισχύ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (καθαρεύουσα)βρίσκομαι εν ισχύ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 The new law has been in effect for a year now.
knock-on effect nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. UK (indirect consequence)παράπλευρη συνέπεια επίθ + ουσ θηλ
 Inflation can be a knock-on effect of increased government spending.
long-term effect,
long term effect
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(impact extending into the future)μακροπρόθεσμη επίπτωση, μακροπρόθεσμη επίδραση επίθ + ουσ θηλ
placebo effect nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. literal (psychological benefit of ineffective drug)επίδραση εικονικού φαρμάκου, επίδραση πλασίμπο ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
Σχόλιο: πλασίμπο: ξενικό, άκλιτο. Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία
 He really believed the pills he was taking were working but it was just a placebo effect.
put [sth] into effect v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (law, rule: enforce)θέτω σε ισχύ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 The government should move immediately to put the law into effect.
ripple effect nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (spread or influence of [sth](μεταφορικά: αρνητικές καταστάσεις)αλυσιδωτή αντίδραση φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
  (μεταφορικά)αλλεπάλληλα κύματα φρ ως ουσ ουδ πληθ
  φαινόμενο μεγάλης έντασης που εξαπλώνεται σαν κύμα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  απανωτός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
Σχόλιο: Δεν υπάρχει, πάντα, αντιστοιχία στη δομή.
 When one person applauds and everyone else joins in, that's the ripple effect at work.
 Όταν ένα άτομο χειροκροτεί και, στη συνέχεια, τον μιμούνται κι άλλοι, τότε μιλάμε για αλλεπάλληλα κύματα χειροκροτημάτων.
side effect nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (secondary effect: of drug)παρενέργεια ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Side effects of this drug may include nausea and a skin rash.
 Οι παρενέργειες αυτού του φαρμάκου ενδέχεται να περιλαμβάνουν ναυτία και εξανθήματα.
side effect nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. ([sth] incidental) (κάτι κακό)παράπλευρη απώλεια φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
  (κάτι καλό)παράπλευρο κέρδος φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
  (μεταφορικά)παρενέργεια ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Losing weight is a welcome side effect of fasting in Lent.
 Το αδυνάτισμα είναι μια ευπρόσδεκτη παρενέργεια του να νηστεύει κανείς τη Σαρακοστή.
sound effect nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. often plural (noises reproduced artificially)ηχητικό εφέ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 A good action movie needs excellent sound effects.
 Μια καλή ταινία δράσης χρειάζεται εξαιρετικά ηχητικά εφέ.
special effect nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. usually plural (cinema, TV: visual created artificially)ειδικά εφέ επίθ + ουσ ουδ άκλ
  εφέ ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
  σπέσιαλ εφέ ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
 The film has lots of stunning special effects but no story.
take effect v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (work, have an influence)ενεργώ, λειτουργώ, επιδρώ ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 Within half an hour the tablets took effect and the pain disappeared. The poison quickly began to take effect.
 Μέσα σε μισή ώρα τα χάπια ενήργησαν (or: επέδρασαν) και ο πόνος εξαφανίστηκε. Το δηλητήριο άρχισε να ενεργεί γρήγορα .
to this effect advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (for this purpose)με αυτόν το σκοπό περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
to this effect advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (like this)αντίστοιχα, ανάλογα, αναλόγως επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
  με αυτόν τον τρόπο φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
total effect nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (overall impact)συνολική, γενική εντύπωση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Individually the performances were nothing special, but taken together the total effect was stunning.
with immediate effect advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (from this very moment)με άμεση ισχύ φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'effect' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: effect [change, reforms], [unexpected, anticipated] effects of, effect (a) [major, drastic, sweeping, real] [change], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση effect στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'effect'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης