eel

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈiːl/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/il/ ,USA pronunciation: respelling(ēl)

Inflections of 'eel' (nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.):
eels
nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." (All usages)
eel
nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." (Can be used as a collective plural—e.g. "Eel generally live in shallow waters.")

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
eel nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (animal: fish)χέλι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Eels look like snakes, but they live in the water.
 Τα χέλια μοιάζουν με φίδια, ζουν όμως μέσα στο νερό.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
conger eel nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (variety of long fish) (είδος ψαριού)μουγγρί ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  κόγγρος, γόγγρος, δρόγγος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 Conger eels can grow up to 10 feet long.
electric eel nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (fish: gives off electricity)ηλεκτροφόρο χέλι επίθ + ουσ ουδ
elver,
glass eel
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(young eel)μικρό χέλι, νεαρό χέλι επίθ + ουσ ουδ
moray eel,
moray
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(long fish)σμέρνα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
sand eel nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (small elongated fish)αμμόχελο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'eel' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: eel [fishing, trawling, ponds], went fishing for eels, [catch, fish, cook] eels, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση eel στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'eel'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης