eccentricity

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˌɛksɛnˈtrɪsɪti/

US:USA pronuncation: IPAUSA pronuncation: IPA/ˌɛksɛnˈtrɪsɪti/

US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(ek′sən trisi tē, ek′sen-)



Inflections of 'eccentricity' (nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.): nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors.": eccentricities

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
eccentricity nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (quirk, peculiar feature)εκκεντρικότητα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The eccentricities of the new car's design make it less appealing than earlier models.
eccentricity nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (peculiar or unique character)εκκεντρικότητα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
eccentricity nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (mathematics: constant) (μαθηματικά)εκκεντρότητα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση eccentricity στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'eccentricity'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης