earlier

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈɜːrliər/

From early (advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down."):
earlier
adv comparative
earliest
adv superlative
From early (adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."):
earlier
adj comparative
earliest
adj superlative
Σε αυτή τη σελίδα: earlier, early

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
earlier advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (previously)νωρίτερα επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
  προηγουμένως επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  πρωτύτερα επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Hello, it's me again. I called earlier about your advertisement.
 Γεια σας, εγώ είμαι πάλι. Τηλεφώνησα και νωρίτερα για την αγγελία σας.
earlier advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (sooner)νωρίτερα, συντομότερα επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
  γρηγορότερα επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 We'll get there earlier if we leave now and avoid traffic.
 Θα φτάσουμε νωρίτερα αν φύγουμε τώρα και αποφύγουμε την κίνηση.
earlier adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (prior, previous)προηγούμενος, πρωτύτερος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  προγενέστερος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  παλαιότερος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 An earlier report said that only five cars were involved.
 Μια προηγούμενη αναφορά έκανε λόγο για την εμπλοκή μόνο πέντε αυτοκινήτων.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
early advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (time: in first part)νωρίς επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 I get up early in the morning.
 Σηκώνομαι νωρίς το πρωί.
early advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (soon)νωρίτερα επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
  σύντομα επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
  (όσο πιο γρήγορα γίνεται)το συντομότερο δυνατόν έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Please come as early as you can.
 Σε παρακαλώ έλα όσο νωρίτερα μπορείς.
 Σε παρακαλώ έλα όσο πιο σύντομα μπορείς.
 Σε παρακαλώ έλα το συντομότερο δυνατόν.
early advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (before usual) (πρωτύτερα από συνήθως)νωρίς επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 I arrived at work early today, for a change!
 Σήμερα έφθασα νωρίς στη δουλειά, έτσι για αλλαγή!
early advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (before expected) (πριν το αναμενόμενο)νωρίτερα επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 The plane was expected at 11 o'clock, but it arrived 15 minutes early.
 Περιμέναμε το αεροπλάνο στις 11, αλλά έφτασε 15 λεπτά νωρίτερα.
early adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (first part of [sth])νωρίς επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 The newspaper arrives in the early morning.
 Η εφημερίδα φτάνει νωρίς το πρωί.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
early adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (before others) (πριν από τους άλλους)από τους πρώτους περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 She was an early developer.
 Ήταν μια από τις πρώτες προγραμματίστριες.
early adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (time: far back) (χρονικά)πολύ παλιός περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (αρχαιότητα)αρχαίος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 The pottery had been made by an early tribe of settlers.
 Τα κεραμικά είχαν φτιαχτεί από μια πολύ παλιά φυλή αποίκων.
early adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (primitive)πρωτόγονος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  πρώιμος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 The abacus can be seen as an early calculator.
 Ο άβακας μπορεί να χαρακτηριστεί μια πρωτόγονη αριθμομηχανή.
early adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (too soon)πρώιμος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Early blossom is sometimes killed by late frosts. His early arrival took us all by surprise.
 Τα πρώιμα άνθη, μερικές φορές, μαραίνονται εξαιτίας των όψιμων παγετών. Η πρώιμη άφιξή του μας ξάφνιασε όλους.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'earlier' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση earlier στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'earlier'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης