drowsy

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈdraʊzi/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈdraʊzi/ ,USA pronunciation: respelling(drouzē)


Inflections of 'drowsy' (adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."):
drowsier
adj comparative
drowsiest
adj superlative

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
drowsy adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (sleepy)νυστάζω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  νυσταγμένος, μισοκοιμισμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
  (λίγο πριν κοιμηθώ)κλείνουν τα μάτια μου έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (μτφ: μόλις ξυπνήσω)δεν έχει ανοίξει το μάτι μου έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 It was late and Helen was feeling drowsy.
 Ήταν αργά και η Έλεν ένιωθε νυσταγμένη.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
drowsy adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (causing sleepiness)μουντός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (κατά λέξη)που σε κάνει να νυστάζεις, που φέρνει νύστα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 It was a drowsy spring day.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'drowsy' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: am [getting, feeling] drowsy, am starting to [get] drowsy, was drowsy [all day, during class], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση drowsy στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'drowsy'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης