drawing

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈdrɔːɪŋ/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈdrɔɪŋ/ ,USA pronunciation: respelling(drôing)


From the verb draw: (⇒ conjugate)
drawing is: Click the infinitive to see all available inflections
v pres pverb, present participle: -ing verb used descriptively or to form progressive verb--for example, "a singing bird," "It is singing."
Σε αυτή τη σελίδα: drawing, draw

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
drawing nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (depiction, sketch)σχέδιο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (πρόχειρο)σκίτσο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (σχεδιάγραμμα)σκαρίφημα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 I like Picasso's drawings of bullfighters.
 Μ' αρέσουν τα σχέδια του Πικάσο με τους ταυρομάχους.
 Το σκίτσο του Μωάμεθ στη δανέζικη εφημερίδα προκάλεσε την οργή των Μουσουλμάνων.
 Μου έφτιαξε ένα σκαρίφημα για να βρω το σπίτι του ευκολότερα.
drawing nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (activity)ζωγραφική ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  σχέδιο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Drawing is one of my favourite activities.
 Το σχέδιο είναι μια από τις αγαπημένες μου ασχολίες.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
drawing gerundgerund: -ing form of verb used as a noun--for example, "Running is good for you." "Stop your yelling." (pulling, moving [sth])τραβάω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  σύρω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Drawing the truck from the mud took the strength of five men.
 Χρειάστηκαν πέντε άντρες για να τραβήξουν το φορτηγάκι από τη λάσπη.
drawing gerundgerund: -ing form of verb used as a noun--for example, "Running is good for you." "Stop your yelling." (pulling [sth] out)το να βγάλει κανείς περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  τράβηγμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Drawing a gun from its holster is often a prelude to violence.
 Το να βγάλει κανείς όπλο είναι συχνά το προοίμιο της βίας.
 Το τράβηγμα όπλου είναι συχνά το προοίμιο της βίας.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
draw viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (sketch, do drawings) (απλές γραμμές)σχεδιάζω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  ζωγραφίζω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 The artist picked up a sketch pad and began to draw.
 Ο ζωγράφος πήρε ένα μπλοκ και ξεκίνησε να σχεδιάζει (or: ζωγραφίζει).
draw vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (sketch a picture)ζωγραφίζω, σχεδιάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 I like to draw trees on my school books.
 Μου αρέσει να ζωγραφίζω (or: σχεδιάζω) δέντρα στα σχολικά μου βιβλία.
draw vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (a weapon)τραβάω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  βγάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The cowboy drew his gun to show that he was serious.
 Ο καουμπόι τράβηξε το όπλο του για να δείξει ότι μιλούσε σοβαρά.
draw [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (attract)προσελκύω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (μεταφορικά)τραβάω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Fights usually draw large crowds.
 Οι αγώνες πάλης συνήθως προσελκύουν (or: τραβάνε) πολύ κόσμο.
draw [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." figurative (elicit, arouse) (εκνευρισμός, θυμός)προκαλώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Racial remarks will usually draw anger from others.
 Τα ρατσιστικά σχόλια συνήθως προκαλούν οργή στους άλλους.
draw viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (tie a game)έρχομαι ισοπαλία, φέρνω ισοπαλία περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  έρχομαι ισόπαλος ρ έκφρρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.
 Neither team won the game; they drew.
 Καμία ομάδα δε νίκησε. Ήρθαν (or: έφεραν) ισοπαλία.
draw nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (attraction)πόλος έλξης ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 The governor's speech was a big draw, so there were many people in attendance.
 Η ομιλία του κυβερνήτη ήταν μεγάλος πόλος έλξης, κι έτσι την παρακολούθησαν πολλά άτομα.
draw nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (tied game)ισοπαλία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The football match was a draw.
 Ο ποδοσφαιρικός αγώνας έληξε με ισοπαλία.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
draw nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (power to attract)έλξη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The man had some sort of draw on women that we couldn't understand.
draw nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (lots; drawing)κλήρωση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  κλήρος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 A draw was used to create four teams. She won the draw for the blueberry pie.
draw nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (smoking: inhalation)ρουφηξιά ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 A draw of cigarette smoke is often followed by a cough.
draw nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (removal of a gun) (όπλου)τράβηγμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The cowboy had a quick draw and shot the other cowboys first.
draw nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (pull)τράβηγμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 His draw of a four from the hat put him on team four.
draw nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US (gully)ρέμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The horsemen are waiting in the draw behind that hill.
draw nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (American football)ισοπαλία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The quarterback called for a draw, and ran to his left.
draw viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (sketch)σχεδιάζω, ζωγραφίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (πρόχειρο σχέδιο)σκιτσάρω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 She likes to spend her time drawing.
draw viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (approach)πλησιάζω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  προσεγγίζω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 As he drew close to home, he heard the sound of the fire.
draw viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (take out a weapon)τραβάω όπλο περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The cowboy drew quickly.
draw viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (select [sth] by lots)τραβάω κλήρο περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 We will draw from a hat to see who goes on which team.
draw viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (contract, wrinkle)ζαρώνω, σουφρώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 She drew her brow in deep thought.
draw viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (tea: brew) (μεταφορικά)τραβάω, τραβώ ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 Leave the tea alone! Just let it draw.
 Μην πειράζεις το τσάι! Άφησέ το να τραβήξει.
draw from [sth] vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." (takes, gets ideas from)παίρνω ιδέες από κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  εμπνέομαι από κτ ρ αμ + πρόθ
draw [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (pull [sth] behind)τραβάω, τραβώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  ρυμουλκώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The truck is strong enough to draw a one-ton trailer.
draw [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (extract [sth])αντλώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (καθομιλουμένη)τραβάω, τραβώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Before people had running water in their homes, they would have to go to a well to draw water.
draw [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (curtain, drapes: pull shut) (τις κουρτίνες)τραβάω, τραβώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Each night they draw the curtains.
draw vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (take, obtain)αντλώ, παίρνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 He draws inspiration from his past.
draw vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (withdraw money)σηκώνω, τραβάω, βγάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  κάνω ανάληψη περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 He draws fifty dollars from my account every Friday.
draw vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (earn) (μισθό)παίρνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (χρήματα)βγάζω, κερδίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 He draws a large salary.
draw vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (formulate) (συμπέρασμα)βγάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (σε συμπέρασμα)καταλήγω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 You can draw whatever conclusion you want, but I believe that he did it.
draw [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (select [sth])τραβάω, τραβώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Let's draw sticks to see who has to go. Longer stick wins.
draw [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (cards: take out) (χαρτί τράπουλας, φύλλο)τραβάω, τραβώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 She drew a card from the top of the deck.
draw [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (bow: bend to shoot arrow) (τόξο)τεντώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The archer draws his bow, and then releases the arrow.
draw [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (tea: brew)αφήνω να τραβήξει περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 She never draws the tea properly - it's always too weak.
 Δεν αφήνει ποτέ το τσάι να τραβήξει όσο πρέπει και είναι πάντα αδύναμο.
draw [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (bow: pull across strings)περνάω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Lisa drew her bow gently across the strings of her violin.
draw [sth] from [sth] vtr + prep (extract from)βγάζω κτ από κτ ρ μ + πρόθ
  (επίσημο)εξάγω κτ από κτ ρ μ + πρόθ
 Martha drew water from the well.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
drawing | draw
ΑγγλικάΕλληνικά
back to the drawing board advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." figurative, informal (starting over)ξανά από την αρχή έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  πίσω στο μηδέν έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
charcoal drawing nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. ([sth] drawn in charcoal)σχέδιο με κάρβουνο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Constable's great paintings were often based on charcoal drawings.
drawing board nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (support for paper)τράπεζα σχεδίασης ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
drawing card nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative ([sth] that attracts patrons) (καθομιλουμένη)το μεγάλο ατού εκφρ
drawing paper nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (artist's paper for drawing and sketching)χαρτί σχεδίου ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
drawing power nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (ability to attract people)ιδιότητα του να τραβάω τον κόσμο β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
 We use celebrities in the ads because they have great drawing power.
 Χρησιμοποιούμε σελέμπριτις στις διαφημίσεις γιατί τραβάνε τον κόσμο.
drawing room nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. dated (parlour)αίθουσα υποδοχής ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (καθομιλουμένη)σαλόνι, καθιστικό ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 After dinner, the ladies retired to the drawing room.
freehand drawing nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (drawing without use of aids)ελεύθερο σχέδιο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
life class,
also US: life drawing class,
also UK: life-drawing class
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(nude drawing lesson)μάθημα σχεδίου εκ του φυσικού με γυμνό μοντέλο περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
Σχόλιο: Δεν υπάρχει μονολεκτική απόδοση και αποδίδεται περιφραστικά κατά περίπτωση.
life drawing nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (art: drawing from a nude model)ζωγραφική με γυμνό μοντέλο φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
line drawing nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (unshaded drawing done with linear marks) (χωρίς σκιές)σχέδιο με μολύβι περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Now that you've mastered line drawing you need to start using shade. When doing a painting it's a good idea to do a quick line drawing first.
pencil drawing nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (picture drawn using graphite pencil)σχέδιο με μολύβι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The young man created a detailed pencil drawing using the cross-hatch method.
scale drawing nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (illustration made in proportion)σχέδιο υπό κλίμακα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Henrietta made a scale drawing of her garden. The artist began with a scale drawing of the planned mural.
 Η Εριέττα έκανε ένα σχέδιο του κήπου της υπό κλίμακα. Ο καλλιτέχνης άρχισε με ένα σχέδιο υπό κλίμακα της προβλεπόμενης τοιχογραφίας.
technical drawing nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (architecture, etc.: precise picture)τεχνικό σχέδιο επίθ + ουσ ουδ
technical drawing nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. uncountable (draftsmanship) (ικανότητα)τεχνικό σχέδιο επίθ + ουσ ουδ
working drawing nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (drawn plan, outline)περίγραμμα, πλαίσιο, σχεδιάγραμμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'drawing' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: a [pencil, charcoal, technical, 3D, line] drawing, a drawing [workshop, contest, competition], a [reference, preliminary], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση drawing στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'drawing'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης