draw

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈdrɔː/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/drɔ/ ,USA pronunciation: respelling(drô)


Inflections of 'draw' (v): (⇒ conjugate)
draws
v 3rd person singular
drawing
v pres pverb, present participle: -ing verb used descriptively or to form progressive verb--for example, "a singing bird," "It is singing."
drew
v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed."
drawn
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked."

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
draw viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (sketch, do drawings) (απλές γραμμές)σχεδιάζω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  ζωγραφίζω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 The artist picked up a sketch pad and began to draw.
 Ο ζωγράφος πήρε ένα μπλοκ και ξεκίνησε να σχεδιάζει (or: ζωγραφίζει).
draw vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (sketch a picture)ζωγραφίζω, σχεδιάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 I like to draw trees on my school books.
 Μου αρέσει να ζωγραφίζω (or: σχεδιάζω) δέντρα στα σχολικά μου βιβλία.
draw vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (a weapon)τραβάω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  βγάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The cowboy drew his gun to show that he was serious.
 Ο καουμπόι τράβηξε το όπλο του για να δείξει ότι μιλούσε σοβαρά.
draw [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (attract)προσελκύω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (μεταφορικά)τραβάω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Fights usually draw large crowds.
 Οι αγώνες πάλης συνήθως προσελκύουν (or: τραβάνε) πολύ κόσμο.
draw [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." figurative (elicit, arouse) (εκνευρισμός, θυμός)προκαλώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Racial remarks will usually draw anger from others.
 Τα ρατσιστικά σχόλια συνήθως προκαλούν οργή στους άλλους.
draw viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (tie a game)έρχομαι ισοπαλία, φέρνω ισοπαλία περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  έρχομαι ισόπαλος ρ έκφρρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.
 Neither team won the game; they drew.
 Καμία ομάδα δε νίκησε. Ήρθαν (or: έφεραν) ισοπαλία.
draw nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (attraction)πόλος έλξης ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 The governor's speech was a big draw, so there were many people in attendance.
 Η ομιλία του κυβερνήτη ήταν μεγάλος πόλος έλξης, κι έτσι την παρακολούθησαν πολλά άτομα.
draw nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (tied game)ισοπαλία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The football match was a draw.
 Ο ποδοσφαιρικός αγώνας έληξε με ισοπαλία.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
draw nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (power to attract)έλξη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The man had some sort of draw on women that we couldn't understand.
draw nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (lots; drawing)κλήρωση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  κλήρος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 A draw was used to create four teams. She won the draw for the blueberry pie.
draw nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (smoking: inhalation)ρουφηξιά ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 A draw of cigarette smoke is often followed by a cough.
draw nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (removal of a gun) (όπλου)τράβηγμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The cowboy had a quick draw and shot the other cowboys first.
draw nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (pull)τράβηγμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 His draw of a four from the hat put him on team four.
draw nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US (gully)ρέμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The horsemen are waiting in the draw behind that hill.
draw nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (American football)ισοπαλία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The quarterback called for a draw, and ran to his left.
draw viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (sketch)σχεδιάζω, ζωγραφίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (πρόχειρο σχέδιο)σκιτσάρω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 She likes to spend her time drawing.
draw viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (approach)πλησιάζω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  προσεγγίζω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 As he drew close to home, he heard the sound of the fire.
draw viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (take out a weapon)τραβάω όπλο περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The cowboy drew quickly.
draw viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (select [sth] by lots)τραβάω κλήρο περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 We will draw from a hat to see who goes on which team.
draw viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (contract, wrinkle)ζαρώνω, σουφρώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 She drew her brow in deep thought.
draw viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (tea: brew) (μεταφορικά)τραβάω, τραβώ ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 Leave the tea alone! Just let it draw.
 Μην πειράζεις το τσάι! Άφησέ το να τραβήξει.
draw from [sth] vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." (takes, gets ideas from)παίρνω ιδέες από κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  εμπνέομαι από κτ ρ αμ + πρόθ
draw [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (pull [sth] behind)τραβάω, τραβώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  ρυμουλκώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The truck is strong enough to draw a one-ton trailer.
draw [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (extract [sth])αντλώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (καθομιλουμένη)τραβάω, τραβώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Before people had running water in their homes, they would have to go to a well to draw water.
draw [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (curtain, drapes: pull shut) (τις κουρτίνες)τραβάω, τραβώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Each night they draw the curtains.
draw vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (take, obtain)αντλώ, παίρνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 He draws inspiration from his past.
draw vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (withdraw money)σηκώνω, τραβάω, βγάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  κάνω ανάληψη περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 He draws fifty dollars from my account every Friday.
draw vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (earn) (μισθό)παίρνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (χρήματα)βγάζω, κερδίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 He draws a large salary.
draw vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (formulate) (συμπέρασμα)βγάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (σε συμπέρασμα)καταλήγω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 You can draw whatever conclusion you want, but I believe that he did it.
draw [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (select [sth])τραβάω, τραβώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Let's draw sticks to see who has to go. Longer stick wins.
draw [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (cards: take out) (χαρτί τράπουλας, φύλλο)τραβάω, τραβώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 She drew a card from the top of the deck.
draw [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (bow: bend to shoot arrow) (τόξο)τεντώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The archer draws his bow, and then releases the arrow.
draw [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (tea: brew)αφήνω να τραβήξει περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 She never draws the tea properly - it's always too weak.
 Δεν αφήνει ποτέ το τσάι να τραβήξει όσο πρέπει και είναι πάντα αδύναμο.
draw [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (bow: pull across strings)περνάω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Lisa drew her bow gently across the strings of her violin.
draw [sth] from [sth] vtr + prep (extract from)βγάζω κτ από κτ ρ μ + πρόθ
  (επίσημο)εξάγω κτ από κτ ρ μ + πρόθ
 Martha drew water from the well.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Phrasal verbs
ΑγγλικάΕλληνικά
draw away vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." (retreat, move back)υποχωρώ ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
draw back vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." (flinch)κάνω πίσω περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
Σχόλιο: The single-word form is used when the term is a noun
 She drew back sharply when the dog barked at her.
 Έκανε πίσω απότομα όταν της γάβγισε το σκυλί.
draw forth vtr phrasal sepphrasal verb, transitive, separable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, divisible--for example, "call off" [=cancel], "call the game off," "call off the game." (bring out, elicit)αποσπώ,εκμαιεύω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
draw [sb] in,
draw in [sb]
vtr phrasal sepphrasal verb, transitive, separable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, divisible--for example, "call off" [=cancel], "call the game off," "call off the game."
(interest, captivate)προσελκύω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (καθομιλουμένη)φέρνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 We need a beautiful sign for our shop to draw in customers.
 Χρειαζόμαστε μια ωραία πινακίδα για το μαγαζί μας για να προσελκύσουμε πελάτες.
 Χρειαζόμαστε μια ωραία πινακίδα για το μαγαζί μας για να φέρουμε πελάτες.
draw in vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." UK (night: get darker earlier) (η νύχτα)μεγαλώνω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 Now that the nights are drawing in, there's no better place to be than in an armchair by the fire.
 Τώρα που μεγαλώνουν οι νύχτες, δεν υπάρχει καλύτερο μέρος από μια πολυθρόνα δίπλα στη φωτιά.
draw off vtr phrasal sepphrasal verb, transitive, separable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, divisible--for example, "call off" [=cancel], "call the game off," "call off the game." (liquid: remove by draining)στραγγίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The doctor had to use a large needle to draw off the liquid in my swollen knee.
draw on [sth] vtr phrasal insepphrasal verb, transitive, inseparable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, not divisible--for example,"go with" [=combine nicely]: "Those red shoes don't go with my dress." NOT [S]"Those red shoes don't go my dress with."[/S] (resources: use)αντλώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Henrietta drew on her experience as a hockey captain when asked to lead the project.
 Η Ενριέτα άντλησε στοιχεία από την εμπειρία της ως αρχηγός στο χόκεϊ, όταν της ζήτησαν να ηγηθεί του έργου.
draw on vtr phrasal insepphrasal verb, transitive, inseparable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, not divisible--for example,"go with" [=combine nicely]: "Those red shoes don't go with my dress." NOT [S]"Those red shoes don't go my dress with."[/S] ([sb]: use contribution of)χρησιμοποιώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
draw [sth] out,
draw out [sth]
vtr phrasal sepphrasal verb, transitive, separable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, divisible--for example, "call off" [=cancel], "call the game off," "call off the game."
(prolong)παρατείνω β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
  παρατείνω τη διάρκεια περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  τραβάω σε μήκος περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 I signed up for a Masters course because I wanted to draw out being a student for as long as possible.
 Γράφτηκα σε ένα μεταπτυχιακό επειδή ήθελα να παρατείνω τις σπουδές μου για όσο το δυνατόν περισσότερο διάστημα.
draw [sth] out,
draw out [sth]
vtr phrasal sepphrasal verb, transitive, separable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, divisible--for example, "call off" [=cancel], "call the game off," "call off the game."
(elicit)αποσπώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The psychiatrist drew out her long-buried secrets.
 Ο ψυχίατρος της απέσπασε τα μυστικά που έκρυβε για καιρό.
draw [sth] up vtr phrasal sepphrasal verb, transitive, separable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, divisible--for example, "call off" [=cancel], "call the game off," "call off the game." (draft, plan out)γράφω, συντάσσω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 It is desirable that any important legal documents be drawn up by a qualified solicitor.
 Είναι επιθυμητό κάθε σημαντικό νομικό έγγραφο να συντάσσεται από εξειδικευμένο δικηγόρο.
draw [sth] up vtr phrasal sepphrasal verb, transitive, separable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, divisible--for example, "call off" [=cancel], "call the game off," "call off the game." (pull forward)τραβάω, τραβώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  φέρνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Draw up a chair and I'll show you my holiday pictures.
 Φέρε μια καρέκλα και θα σου δείξω τις φωτογραφίες από τις διακοπές μου.
draw [sth] up vtr phrasal sepphrasal verb, transitive, separable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, divisible--for example, "call off" [=cancel], "call the game off," "call off the game." (pull upwards)τραβάω, τραβώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  φέρνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (ψηλά)ανεβάζω, σηκώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 She drew her knees up to her chest and lay there in a foetal position.
 Τράβηξε τα γόνατά της στο στήθος και έμεινε εκεί ξαπλωμένη σε εμβρυική στάση.
draw up vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." (car: arrive, stop)πλησιάζω, προσεγγίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Two cars drew up outside the house.
 Δύο αυτοκίνητα πλησίασαν το σπίτι.
draw up vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." (arrive: by car)φτάνω, καταφτάνω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  φθάνω, καταφθάνω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 They drew up at the premiere in a stretch limousine.
 Έφτασαν στην πρεμιέρα με μια μεγάλη λιμουζίνα.
draw upon [sth/sb] vtr phrasal insepphrasal verb, transitive, inseparable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, not divisible--for example,"go with" [=combine nicely]: "Those red shoes don't go with my dress." NOT [S]"Those red shoes don't go my dress with."[/S] (use as source or resource)αντλώ, χρησιμοποιώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 To pass the final exam, the students must draw upon everything they have learned in the course.
 Για να περάσουν τις τελικές εξετάσεις οι φοιτητές πρέπει να χρησιμοποιήσουν τις γνώσεις όλης της χρονιάς.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
draw a blank v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." figurative (be unable to recall [sth])έχω ένα κενό μνήμης έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  δεν θυμάμαι περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
draw a blank v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." figurative (fail to elicit [sth](μεταφορικά)πέφτω στο κενό έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  δεν φέρνω αποτέλεσμα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Jenna's search for information about her birth parents drew a blank.
draw a check,
UK: draw a cheque
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
US (write a cheque)κόβω επιταγή περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Your invoice was approved so I'll draw a check for you by the end of the day.
 Το τιμολόγιο εγκρίθηκε και έτσι θα σου κόψω σήμερα μια επιταγή.
draw a conclusion v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (deduce, conclude [sth])βγάζω συμπέρασμα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The sample was too small for the researchers to draw a conclusion with any certainty.
draw a crowd v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (attract people's attention)τραβάω τα πλήθη περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  αρέσω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 That band always draws a crowd.
draw a diagram viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (represent [sth] schematically)κάνω διάγραμμα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 He drew a diagram of how he wanted his new kitchen to be laid out.
 Έκανε ένα διάγραμμα για να δείξει πως ήθελε την καινούργια του κουζίνα.
draw a gun on [sb] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (aim a firearm at)τραβάω όπλο σε, βγάζω όπλο σε έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 To stop the robber, the policewoman drew a gun on him and ordered him to lie on the ground.
draw a parallel between v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (identify as being similar)παρομοιάζω,συγκρίνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 We can draw a parallel between restrictions on law making powers of the earliest British Parliaments, and that of the modern European Parliament.
draw a pay check v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (be employed)εργάζομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 I've lived here ever since I first drew a pay check.
 Ζω εδώ από τότε που εργάστηκα για πρώτη φορά.
draw a pay check from [sb] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." US (work for [sb])εργάζομαι για κπ, δουλεύω για κπ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
draw a picture v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (represent [sth] visually)περιγράφω, σκιαγραφώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 I couldn't describe the crash in words so I drew a picture of it for the police.
draw a picture v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." figurative (describe in detail) (μεταφορικά)εξηγώ λεπτομερειακά, περιγράφω λεπτομερειακά έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 The novel draws a picture of life in Depression-era America.
 Το μυθιστόρημα περιγράφει λεπτομερειακά τη ζωή στην Αμερική την εποχή της Μεγάλης Ύφεσης.
draw a veil over [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (subject: not discuss)αποφεύγω να συζητώ κτ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  αποκρύπτω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (για κτ παράνομο)συγκαλύπτω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
draw [sb] aside vtr + adv (speak privately to)παίρνω κπ παράμερα, παίρνω κπ στην άκρη, τραβάω κπ στην άκρη περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 After the meeting, the chairman drew me aside to ask if I would be interested in joining the committee.
draw attention vtr + n (be very noticeable)τραβώ την προσοχή, τραβάω την προσοχή περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Garish clothing draws attention.
 Τα κακόγουστα ρούχα τραβούν την προσοχή.
draw attention to [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (make [sth] noticeable)εφιστώ την προσοχή σε κτ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  τραβώ την προσοχή σε κτ, τραβάω την προσοχή σε κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
draw away from [sth/sb] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (retreat from [sth], [sb])απομακρύνομαι από κτ/κπ ρ αμ + πρόθ
  (ανεπίσημο)αποτραβιέμαι από κτ/κπ ρ αμ + πρόθ
draw [sb] away from [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (cause to leave)διώχνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 What drew you away from your hometown?
draw back from [sth/sb] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (retreat)απομακρύνομαι από κτ/κπ ρ αμ + πρόθ
  (ανεπίσημο)αποτραβιέμαι από κτ/κπ ρ αμ + πρόθ
 He ordered his troops to draw back from the border.
 Διέταξε τα στρατεύματά του να αποτραβηχτούν από τα σύνορα.
draw [sth] back vtr + prep (pull away, apart)τραβάω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (κουρτίνες)ανοίγω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 When I drew back the curtains, sunlight flooded in.
 Όταν τράβηξα τις κουρτίνες, το φως του ηλίου πλημμύρισε τον χώρο.
draw blood vtr + n (make blood flow)ματώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  προκαλώ αιματοχυσία ρ μ + ουσ θηλ
 The swordsman's thrust drew blood.
draw criticism vtr + n (attract disapproval or disagreement)επισύρω κριτική έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Michael Jackson once drew criticism for dangling his infant over the edge of a balcony.
draw heavily on vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (make great use of) (χρησιμοποιώ, μεταφορικά)τραβάω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
Σχόλιο: τραβάω: επίσης: τραβώ (συνηρ.)
 The apprentice draws heavily on the works of the grand masters for inspiration.
draw [sth] in,
draw in [sth]
vtr + adv
(inhale: smoke, breath)εισπνέω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (με τη θέλησή μου)ρουφάω, ρουφώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 He would often cough after drawing in a breath of smoke.
draw in vi + adv (move closer)πλησιάζω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 As he drew in closer, John could see more and more detail.
 Καθώς πλησίαζε πιο κοντά, ο Τζον μπορούσε να δει όλο και περισσότερες λεπτομέρειες.
draw [sb] into [sth] vtr + prep (involve [sb] in [sth])εμπλέκω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Don't draw me into your problems!
draw lots vtr + npl (decide by lottery)τραβάω κλήρο ρ μ + ουσ αρσ
 They drew lots to see who would go first.
draw near vi + adv figurative (be imminent)πλησιάζω, είμαι κοντά, επίκειμαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 New Year's Day is drawing near.
 Η Πρωτοχρονιά πλησιάζει.
draw near vi + adv (approach)προσεγγίζω, πλησιάζω, φτάνω, έρχομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 As we drew near, the air became thick with smoke.
 Καθώς πλησιάζαμε ο αέρας άρχισε να γίνεται βαρύς από τον καπνό.
draw near [sth] vi + prep (approach)πλησιάζω σε κτ ρ αμ + πρόθ
 As we drew near the gates, they opened automatically.
draw [sb] off vtr + adv ([sb]: induce to leave)απομακρύνω, διώχνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
draw [sth] off vtr + adv ([sth]: remove by pulling)βγάζω κτ τραβώντας το ρ μ + μτχ ενεστ
draw on [sth],
draw [sth] on
vtr + adv
(clothing: put on)βάζω, φορώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 He quickly drew on his trousers and ran out the door.
 Φόρεσε γρήγορα το παντελόνι του κι βγήκε τρέχοντας από την πόρτα.
draw [sb] over vtr + adv (beckon)καλώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
draw poker nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (card game: five-card poker) (χαρτοπαίγνια)πόκερ με πέντε φύλλα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
Σχόλιο: πόκερ:ξενικό,άκλιτο
draw the attention of [sb] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (attract, interest)τραβώ την προσοχή έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 The street entertainer drew the attention of a large crowd.
draw the line at [sth],
draw the line at doing [sth]
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
figurative, informal (set a limit or restriction) (μεταφορικά)βάζω κόκκινη γραμμή, έχω ως κόκκινη γραμμή έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  βάζω όριο περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 I went out for a few beers, but I drew the line at doing shots.
draw the short straw v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (stuck with an unwanted task, fate)είμαι γκαντέμης έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  είμαι ο γκαντέμης της υπόθεσης έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (κάνω κάτι δυσάρεστο)μου πέφτει ο κλήρος να έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (μου συμβεί κάτι ή να κάνω κάτι)έχω την ατυχία να έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία. Προτείνονται ορισμένες αποδόσεις που ενδέχεται να ταιριάζουν κατά περίπτωση.
draw to a close,
draw to an end
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
(finish)κλείνω, ολοκληρώνομαι, τελειώνω, λήγω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (επίσημο)περατώνομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (επίσημο)έρχομαι εις πέρας έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 As the evening drew to a close, the orchestra played a final waltz.
 Καθώς τελείωνε η βραδιά, η ορχήστρα έπαιξε ένα τελευταίο βαλς.
draw [sth] to a close v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (bring to an end)κλείνω, τερματίζω, λήγω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 After an hour on the phone, she drew the conversation to a close.
draw to an end v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (close, finish)βαίνω προς το τέλος, βαίνω προς τη λήξη έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
draw together viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (form a huddle or group)μαζεύω,στοιβάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Penguins sometimes draw together to share body warmth.
draw together vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (unite)ενώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
draw up a formal document v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (write official paper)συντάσσω επίσημο έγγραφο έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 The lawyers are drawing up a formal document detailing my divorce settlement.
 Οι δικηγόροι συντάσσουν ένα επίσημο έγγραφο, το οποίο περιγράφει τον διακανονισμό του διαζυγίου μου.
draw up a plan viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (devise a way to proceed)καταρτίζω σχέδιο έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
draw your gun v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (pull out a firearm)τραβάω όπλο, βγάζω όπλο έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
Σχόλιο: τραβάω: επίσης: τραβώ (συνηρ.)
 The insistent sound of the snake's rattle caused him to draw his gun as a precaution.
draw your pay v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (receive wage)μη διαθέσιμη μετάφραση β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
 The workers drew their pay at the end of each week.
draw your sword v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (pull out blade)τραβάω το σπαθί μου, τραβάω το ξίφος μου περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (παλαιότερος τύπος)ξεσπαθώνω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 When the soldier heard the insult, he drew his sword.
the luck of the draw nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (chance)θέμα τύχης έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 There's no way of guaranteeing you'll win the lottery - it's just the luck of the draw.
prize draw nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. UK (raffle in which [sth] is won)κλήρωση, λοταρία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
quick on the draw adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (quick to draw firearm) (κυριολεκτικά)είμαι γρήγορο πιστόλι έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  τραβάω γρήγορα όπλο περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Cowboys had to be quick on the draw when they were fighting duels.
quick on the draw,
quick on the trigger,
quick off the mark
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
figurative, informal (quick to act or react) (μεταφορικά, καθομιλουμένη)γρήγορο πιστόλι έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'draw' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: draw on [paper, a school desk, the wall, the table], a [score, no-score, scoreless] draw, draw with [a pencil, graphite, charcoal], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση draw στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'draw'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης