doughty

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈdaʊti/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈdaʊti/ ,USA pronunciation: respelling(doutē)

Inflections of 'doughty' (adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."):
doughtier
adj comparative
doughtiest
adj superlative

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
doughty adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (brave)θαρραλέος, τολμηρός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 The soldiers were renowned for their doughty attitude.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση doughty στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'doughty'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης