douche

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/duːʃ/US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(do̅o̅sh)

Inflections of 'douche' (v): (⇒ conjugate)
douches
v 3rd person singular
douching
v pres pverb, present participle: -ing verb used descriptively or to form progressive verb--for example, "a singing bird," "It is singing."
douched
v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed."
douched
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked."
Σε αυτή τη σελίδα: douche, douchebag
Ο όρος 'douche' αποτελεί εναλλακτική του όρου 'douchebag'. Θα τον βρείτε σε μία ή περισσότερες από τις παρακάτω γραμμές.'douche' is an alternate term for 'douchebag'. It is in one or more of the lines below.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
douche nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (feminine cleansing device) (κολπική πλύση)κλύσμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  κλυστήρας ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
Σχόλιο: επίσης κλίσμα
 Contraceptive douches are not always reliable.
douche viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (cleanse with a douche)κάνω ντους περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Her doctor recommended that she douche regularly.
 Ο γιατρός της συνέστησε να κάνει ντους τακτικά.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
douchebag,
douche
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
US, slang, figurative, pejorative, vulgar (person: unpleasant) (καθομιλουμένη, υβριστικό)μαλάκας, καριόλης, κόπανος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  (αργκό, χυδαίο)μουνόπανο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 After his obnoxious behavior at the party, everyone thought Matt was a douchebag.
douchebag nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (device: cleanses vagina)εργαλείο για κολπική πλύση περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'douche' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: [clean, cleanse] with a douche, douche with [water, vinegar], informal, derogatory: is such a douche!, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση douche στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'douche'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης