doom

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈduːm/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/dum/ ,USA pronunciation: respelling(do̅o̅m)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
doom nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (person: death) (ευφημισμός: θάνατος)μοίρα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  τέλος ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The knight faced the dragon, sure he was looking his doom in the eye.
 Ο ιππότης κοίιταξε τον δράκο, σίγουρος πως αντίκριζε το τέλος του κατάματα.
doom nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (terrible fate)καταδίκη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  μοίρα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Sisyphus's doom was to spend eternity rolling a rock up a mountain.
 Η αιώνια καταδίκη του Σίσυφου ήταν να κυλάει έναν βράχο πάνω σε ένα βουνό.
doom nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (failure)καταστροφή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Poor financial management led to the company's doom.
 Η κακή οικονομική διαχείριση οδήγησε στην καταστροφή της επιχείρησης.
doom [sb/sth] to [sth] vtr + prep often passive (condemn to [sth](κπ/κτ σε κτ)καταδικάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (εγώ ο ίδιος)είμαι καταδικασμένος ρ έκφρρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.
 A poor education system doomed the children to a life of low-paid work. We are doomed to continue making the same mistakes.
 Το ανεπαρκές εκπαιδευτικό σύστημα καταδίκασε τα παιδιά σε μια ζωή χαμηλόμισθης εργασίας.
doom [sb/sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." often passive (to death or terrible fate) (εγώ ο ίδιος)είμαι καταδικασμένος ρ έκφρρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.
  (ανεπίσημο, μεταφορικά)είμαι καταραμένος ρ έκφρρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.
  (κάποιον/κάτι)καταδικάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (ανεπίσημο, μεταφορικά)καταριέμαι ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The child was doomed from the moment of his birth.
 Το παιδί ήταν καταδικασμένο απ' τη στιγμή της γέννησής του.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
doom and gloom,
gloom and doom
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
informal (pessimistic outlook)απογοήτευση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (καθομιλουμένη)μαυρίλα, μιζέρια ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
Σχόλιο: δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία
doom [sb/sth] to failure v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." often passive (cause to fail)καταδικάζω σε αποτυχία περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (εγώ ο ίδιος)είμαι καταδικασμένος να αποτύχω περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Not having the right people for the job doomed the project to failure.
 Δεν είχαν τα κατάλληλα άτομα και αυτό καταδίκασε το έργο σε αποτυχία.
 Το έργο ήταν καταδικασμένο να αποτύχει καθώς δεν είχαν τα κατάλληλα άτομα.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'doom' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: [impending, inevitable, sudden] doom, a [prophet, bearer] of doom, is [destined, heading] for doom, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση doom στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'doom'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης