donkey

Listen:

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈdɒŋki/

US:USA pronuncation: IPAUSA pronuncation: IPA/ˈdɑŋki, ˈdɔŋ-, ˈdʌŋ-/

US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(dongkē, dông-, dung-)



Inflections of 'donkey' (nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.): nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors.": donkeys

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
donkey nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (animal)γάιδαρος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  γαϊδούρι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Children were riding donkeys on the beach.
 Παιδιά καβαλούσαν γαϊδούρια στην παραλία.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
donkey nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (stubborn person) (μεταφορικά)που σκάει και γάιδαρο έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (μεταφορικά, προσβλητικό)μουλάρι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 John won't change his mind no matter how much you argue; he's a real donkey.
donkey nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative, pejorative (stupid person) (μειωτικό)ζώον, βόδι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  στουρνάρι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (μεταφορικά)βούρλο, βλήμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 That's not how you do it, you donkey!
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
donkey's years (very long time) (μεταφορικά)αιώνες ουσ αρσ πλουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. οι Ολυμπιακοί (αγώνες), είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.
  χρόνια ουσ ουδ πλουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. τα κάλαντα, είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.
talk the hind leg off a donkey v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." informal, figurative (talk a lot)φλυαρώ ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  μιλώ ακατάπαυστα ρ αμ + επίρ
  (καθομιλουμένη, αποδοκιμασίας)δεν το βουλώνω έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Don't get Ray started; he'll talk the hind leg off a donkey, if you give him the chance.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'donkey' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: go [on, for] a donkey ride, activities [such as, including] donkey rides, has donkey ears, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση donkey στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'donkey'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης