done

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈdʌn/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/dʌn/ ,USA pronunciation: respelling(dun)


From the verb do: (⇒ conjugate)
done is: Click the infinitive to see all available inflections
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked."
Σε αυτή τη σελίδα: done, do

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
done v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked." (past participle of do) (Δεν υπάρχει αντιστοιχία.)- β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
 He had done what he needed to do.
 Ό,τι έπρεπε να κάνει το 'χε κάνει.
done adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (food: cooked)έτοιμος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
be done vi + adj (have been carried out)έχω γίνει, έχω τελειώσει έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  έγινα, τελείωσα ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 Once your chores are done you can play the Playstation.
done adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (proper)σωστό επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
  (επίσημο)πρέπον επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 Wearing jeans to a garden party is not the done thing.
 Δεν είναι σωστό (or: πρέπον) να φοράει κανείς τζιν σε γάμο.
be done vi + adj informal (have finished doing [sth])έχω τελειώσει έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Are you done yet?
be done with [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." informal (finished with [sth])τελειώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  ολοκληρώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (καθομιλουμένη)ξεμπερδεύω με κτ ρ αμ + πρόθ
 As soon as I'm done with my current project, I'll begin the next one.
 Μόλις τελειώσω το τρέχον έργο, θα ξεκινήσω το επόμενο.
be done doing [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." informal (have finished doing [sth])έχω τελειώσει με κτ, τελείωσα με κτ ρ αμ + πρόθ
  έχω τελειώσει έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  τελείωσα ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 I'm done stacking the shelves; what should I do next?
be done vi + adj informal (used up) (το προϊόν)τέλειωσα ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (η συσκευασία)άδειασα ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία στη δομή.
 This bag of nappies is done. Do we have another one?
 Οι πάνες τέλειωσαν. Έχουμε άλλες;
 Το κουτί με τις πάνες άδειασε. Έχουμε άλλο;
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
be done vi + adj informal (exhausted)είμαι εξαντλημένος ρ έκφρ
  (καθομιλουμένη, μτφ)τα έχω παίξει, τα έχω φτύσει έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  είμαι ψόφιος ρ έκφρρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.
 I'm done. Let's go home.
 Είμαι εξαντλημένος. Πάμε σπίτι.
 Τα έχω παίξει. Πάμε σπίτι.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
do v auxauxiliary verb: Helping verb--for example, "She is running." "It has been lost." (used to form question) (Δεν υπάρχει αντιστοιχία.)- β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
 Do you know where the dog is?
 Ξέρεις που είναι ο σκύλος;
do v auxauxiliary verb: Helping verb--for example, "She is running." "It has been lost." (used to form negative) (Δεν υπάρχει αντιστοιχία.)- β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
 I do not know.
 Δεν ξέρω.
do v auxauxiliary verb: Helping verb--for example, "She is running." "It has been lost." (used for emphasis) (Δεν υπάρχει αντιστοιχία.)- β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
Σχόλιο: Το νόημα αποδίδεται με την αλλαγή του τρόπου σύνταξης των προτάσεων και όχι υποχρεωτικά με συγκεκριμένη λέξη.
 Do come over for a visit! I do love you, honestly!
 Να έρθεις σίγουρα να μας κάνεις επίσκεψη! Σε αγαπάω, αλήθεια λέω!
do [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (perform) (εργασίες)κάνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 What are you doing this afternoon?
 Τι κάνεις σήμερα το απόγευμα;
do [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (create, make)φτιάχνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 As an artist, he did fabulous things with scrap metal. What a lovely painting; did you do it?
 Ως καλλιτέχνης, έφτιαχνε υπέροχα πράγματα με παλιοσίδερα. Τι ωραίος πίνακας, εσύ τον έφτιαξες;
do [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (carry out, attend to: task, job)κάνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (πιάτα, ρούχα κλπ)πλένω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 I'll do the dishes, since you cooked.
 Θα κάνω εγώ τα πιάτα μια που μαγείρεψες εσύ.
 Μια και μαγείρεψες εσύ, θα πλύνω εγώ τα πιάτα.
do [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (work as [sth] for a living) (επάγγελμα, δουλειά)κάνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 What do you do for a living?
 Τι δουλειά κάνεις;
do viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." informal (fare, manage) (καταφέρνω)πάω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 How are you doing on that project?
 Πώς τα πας με το έργο;
do viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." informal (progress) (επιδόσεις, πρόοδος)πάω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  τα πάω έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 How are your kids doing in school?
 Πώς πάνε τα παιδιά σου στο σχολείο;
 Πώς τα πάνε τα παιδιά σου στο σχολείο;
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
do nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal (event)γεγονός ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Jane bought a red dress for the big do.
do,
doh
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(first note of musical scale) (μουσική νότα)ντο ουσ θηλ άκλουσιαστικό θηλυκό άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους και δεν κλίνεται, π.χ. μακιγιέζ, μπέιμπι-σίτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
 The teacher sang 'do, re, mi' and then the children joined her.
 Η δασκάλα τραγούδησε το «ντο, ρε, μι», και, έπειτα, τα παιδιά ένωσαν τις φωνές τους με τη δική της.
do nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. abbreviation, informal (hairdo)χτένισμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (με κόψιμο)κούρεμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (ανεπίσημο)μαλλί ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Sarah's work colleagues all admired her new do.
do viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." informal (be satisfactory)αρκώ ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (μεταφορικά)φτάνω, κάνω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 Will this do for you, or should I work on it some more?
 Αρκεί αυτό, ή να το δουλέψω κι άλλο;
 Φτάνει αυτό, ή να το δουλέψω κι άλλο;
do viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (behave)κάνω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 Do as I say, not as I do.
do viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." informal (be in a stated condition) (μεταφορικά)είμαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  πάω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  τα πάω έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Is she doing any better than yesterday?
 Είναι καθόλου καλύτερα από χτες;
 Πάει καθόλου καλύτερα από χτες;
 Τα πάει καθόλου καλύτερα από χτες;
do viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (suffice) (επαρκώ, είμαι εντάξει)κάνω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 Will decaf do, or should I go out and get some real coffee?
do viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (used in place of an earlier verb) (Δεν υπάρχει αντιστοιχία.)- β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
 We see things as you do.
 Βλέπουμε τα πράγματα όπως (τα βλέπεις) και εσύ.
do [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." informal (produce)φτιάχνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The dressmaker could do six dresses in a day.
do [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (cause an effect) (κακό, ζημιά)κάνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  προκαλώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Drugs can do a lot of harm.
do [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." informal (study) (διδάσκομαι)κάνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 We haven't done trigonometry yet.
 Δεν έχουμε κάνει ακόμα τριγωνομετρία.
do [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (prepare)ετοιμάζω, φτιάχνω, κάνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Should I do the dinner tonight?
do [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (make effort) (ό,τι μπορώ)κάνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (τα δυνατά μου)βάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 It doesn't matter if you pass the exam or not; just do your best.
do [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." informal (theatre: present, perform)παίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 We're doing Hamlet next.
do [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." informal (cook)μαγειρεύω, φτιάχνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 I'm going to do a roast this weekend.
do [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (have custom of)κάνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  συνηθίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 We don't do that sort of thing here.
do [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." informal (nails: manicure) (τα νύχια μου)φτιάχνω, κάνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (μανικιούρ)κάνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 She spends half an hour doing her nails every day.
do [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." informal (write)γράφω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 His next idea is to do a book on the history of Wimbledon.
do [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (traverse, cover) (απόσταση)κάνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  καλύπτω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 We did five hundred miles in two days.
do [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." informal (decorate)φτιάχνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  διακοσμώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 They did the baby's bedroom in yellow, just in case.
do [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." informal (travel at a given speed) (με συγκεκριμένη ταχύτητα)πηγαίνω, πάω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 They were doing thirty miles an hour when the other car struck them.
do [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." informal (travel, sightsee) (ταξίδι, εκδρομή)πηγαίνω, πάω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  επισκέπτομαι ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 We're going to do the Riviera this summer.
do [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (act, take action)κάνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Don't just sit there, do something!
do [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." informal (drugs: take)παίρνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 You're acting really strangely; have you been doing drugs?
do [sth] to [sth] vtr + prep (cause effect on)κάνω κτ σε κτ ρ μ + πρόθ
  (για κάτι κακό)προκαλώ κτ σε κτ ρ μ + πρόθ
 That rugby game has done a lot of damage to the grass.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Phrasal verbs
done | do
ΑγγλικάΕλληνικά
have [sth] done vtr phrasal sepphrasal verb, transitive, separable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, divisible--for example, "call off" [=cancel], "call the game off," "call off the game." (command)φροντίζω να γίνει κτ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Have it done by noon.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
done | do
ΑγγλικάΕλληνικά
a job well done nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (task that is performed well)καλή δουλειά, εξαιρετική δουλειά επίθ + ουσ θηλ
 Congratulations on a job well done!
after all is said and done exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." (ultimately)σε τελική ανάλυση έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (καθομιλουμένη)στην τελική έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 After all is said and done, the decision to have a baby is a personal one.
all done adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." informal (finished)τελειώνω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  τελειώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 When you're all done with the quiz, please put your pencil down and wait for everyone else to finish.
almost done adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." informal (nearly finished)σχεδόν έτοιμος επίρ + επίθ
 I'm almost done; give me five more minutes and I'll join you.
appear to have done [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (person: seem) (ότι έχω κάνει κτ)φαίνεται ρ απραπρόσωπο ρήμα: Δεν έχει συγκεκριμένο υποκείμενο, π.χ. βρέχει, χιονίζει κλπ.
 I appear to have lost my umbrella.
 Φαίνεται ότι έχασα την ομπρέλα μου.
be done with doing [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." informal (have finished [sth] undesirable) (παρελθοντικός χρόνος)έχω τελειώσει με κτ, τελείωσα με κτ ρ αμ + πρόθ
  (καθομιλουμένη)τέρμα σε κτ, τέλος σε κτ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 I'm a college graduate now; I'm done with waiting on tables!
been there,
done that
exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own."
(have already experienced [sth](μεταφορικά)όταν εσύ πήγαινες, εγώ ερχόμουν έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  τα έχω περάσει και εγώ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 I don't want to watch a presentation about bankruptcy--been there, done that.
Been there.,
Been there,
done that.
interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!"
informal (I have experienced that.) (εμπειρία)τα έχω περάσει, τα ξέρω έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  έχω βρεθεί στη θέση σου περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
claim to have done [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (achievement: assert) (ότι/πως έχω κάνει κτ)ισχυρίζομαι, υποστηρίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (λόγιο: ότι/πως έχω κάνει)διατείνομαι ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Weston claimed to have invented a new method for producing copper.
 Ο Γουέστον υποστήριξε πως έχει εφεύρει μια νέα μέθοδο για την παραγωγή χαλκού.
consider it done interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" informal (agreeing to a request to do [sth](καθομιλουμένη)έγινε έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 I know you want the report finished tonight, so just consider it done.
done deal nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal ([sth] formally agreed)η συμφωνία έκλεισε περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  τελειωμένη υπόθεση μτχ πρκ + ουσ θηλ
 He laid the money on the table and they shook hands. It was a done deal.
be done for v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." slang (doomed) (αργκό)τελειωμένος, καταδικασμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
 Unless the rescue helicopter finds us before dark, we're done for.
 Αν δεν μας βρει το ελικόπτερο διάσωσης πριν πέσει το βράδυ είμαστε τελειωμένοι.
done in adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." informal (extremely tired)εξουθενωμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
  (καθομιλουμένη, μεταφορικά)ψόφιος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (καθομιλουμένη, μεταφορικά)πτώμα ουσ ως επίθουσιαστικό σε θέση επιθέτου: Ουσιαστικό που χρησιμοποιείται ως επίθετο, π.χ. είμαι χώμα από την κούραση κλπ.
done up,
dolled up
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
slang (made more glamorous) (αργκό)σενιαρισμένος, φτιασιδωμένος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 And where exactly do you think you're going, all done up like that?
 Και που ακριβώς νομίζεις πως θα πας έτσι σενιαρισμένος;
done up adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." informal (clothing: fastened) (καθομιλουμένη)κουμπωμένος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 You complain about being cold, but your coat's not even properly done up.
 Παραπονιέσαι ότι έχει κρύο αλλά το παλτό σου δεν είναι καν κουμπωμένο.
be done with [sth/sb],
have done with [sth/sb]
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
slang (had enough, stop) (καθομιλουμένη, μεταφορικά)βαρέθηκα, κουράστηκα ρ μ + επίθ
  (κάτι ή με κάτι ή από κάτι)έχω μπουχτίσει ρ έκφρρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.
be done with doing [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." slang (had enough, stop) (καθομιλουμένη, μεταφορικά)βαρέθηκα να κάνω κτ, κουράστηκα να κάνω κτ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 I'm done with trying to explain it to you - do what you like, I don't care!
be done with [sb],
have done with [sb]
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
slang (relationship: finish, end) (καθομιλουμένη)έχω τελειώσει με κπ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
easier said than done adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (difficult to do) (δύσκολο στην εφαρμογή)πιο εύκολο να το λες παρά να το κάνεις έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Losing weight is easier said than done.
get [sth] done vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." informal (arrange or cause to have) (Δεν υπάρχει αντιστοιχία.)- β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
Σχόλιο: Στην καθομιλουμένη, συχνά χρησιμοποιείται το πρώτο ενικό πρόσωπο, ακόμα και για πράγματα που θα κάνει κάποιος άλλος, π.χ. οι δύο προτάσεις του παραδείγματος σημαίνουν το ίδιο πράγμα.
 I need to get my car fixed.
 Πρέπει να φτιάξω το αυτοκίνητό μου.
 Πρέπει να πάω το αυτοκίνητό μου για φτιάξιμο.
get [sth] done v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." informal (accomplish [sth])κάνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  κάνω μια δουλειά περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (επίσημο)φέρνω κτ εις πέρας έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 The layoff will give me some time to get something done around the house.
 Λόγω της απόλυσής μου θα έχω περισσότερο χρόνο να κάνω μερικές δουλειές στο σπίτι.
get things done v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." informal (complete tasks)φέρνω κτ εις πέρας έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  φέρνω αποτελέσματα εκφρ
 Jocelyn is known around the office for getting things done.
have [sth] done vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (arrange, cause) (Δεν υπάρχει αντιστοιχία.)- β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
 I need to have my car fixed.
 Πρέπει να πάω να μου φτιάξουν το αμάξι μου.
 Πρέπει να πάω το αμάξι μου για φτιάξιμο.
No sooner said than done. exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." (I will do it immediately.)αμέσως επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
  έγινε, έφτασε επιφεπιφώνημα: Φανερώνει έντονο συναίσθημα όπως π.χ. έκπληξη, ενθουσιασμό, απογοήτευση, πόνο κλπ.
  πες ότι έγινε, πες ότι έγινε ήδη, πες ότι έγινε κιόλας έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  πες το κι έγινε έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 No sooner said than done; one sandwich coming up.
not done adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (improper, inappropriate)ανάρμοστος, ακατάλληλος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Blowing your nose at the dining table is simply not done in polite company.
see justice done v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (ensure fairness)αποδίδεται δικαιοσύνη περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 I don't want revenge; all I want is to see justice done.
see what can be done v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (try to find solution)βλέπω τι μπορεί να γίνει, βλέπω τι μπορώ να κάνω έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 The mechanic said he'd see what can be done to repair my car.
well done interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" (congratulations)συγχαρητήρια επιφεπιφώνημα: Φανερώνει έντονο συναίσθημα όπως π.χ. έκπληξη, ενθουσιασμό, απογοήτευση, πόνο κλπ.
 You got an A on the test? Well done!
 Πήρες Α στο τεστ; Συγχαρητήρια!
well done,
well-done
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(meat: cooked right through)καλοψημένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
Σχόλιο: A hyphen is used when the adjective precedes the noun.
 I prefer my steak well done because I can't stand the sight of blood.
 Προτιμώ την μπριζόλα μου καλοψημένη επειδή δεν αντέχω τη θέα του αίματος.
when all is said and done advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." informal (ultimately)εν τέλει, στο τέλος, σε τελευταία ανάλυση, στο κάτω κάτω της γραφής έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 When all's said and done, you've no right to an opinion on this.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'done' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: the [dishes, decorations, invites] are done, are the [dishes] done?, they're already done, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση done στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'done'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης