donation

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/dəʊˈneɪʃən/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/doʊˈneɪʃən/ ,USA pronunciation: respelling(dō nāshən)


WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
donation nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (charitable contribution) (φιλανθρωπική)δωρεά, εισφορά ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Donations are up 50% over this time last year.
donation nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (monetary gift, grant)προσφορά ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  δωρεά ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Your donation will feed a family of five for one month. If you would like to make a donation, please contact us.
donation nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (blood: giving) (προσφορά αίματος)αιμοδοσία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
blood donation nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (giving blood)αιμοδοσία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
organ donation nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (pledging body parts after death)δωρεά οργάνων περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Organ donation can save many people's lives.
organ donation card nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (document pledging body parts after death)κάρτα δωρητή οργάνων φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
 I carry an organ donation card permitting the use of any part of my body after my death.
voluntary donation nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (money given to a cause)εθελοντική δωρεά επίθ + ουσ θηλ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'donation' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση donation στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'donation'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης