donate

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/dəʊˈneɪt/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈdoʊneɪt, doʊˈneɪt/ ,USA pronunciation: respelling(dōnāt, dō nāt)


Inflections of 'donate' (v): (⇒ conjugate)
donates
v 3rd person singular
donating
v pres pverb, present participle: -ing verb used descriptively or to form progressive verb--for example, "a singing bird," "It is singing."
donated
v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed."
donated
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked."

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
donate vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (give, contribute: money) (χρήματα)συνεισφέρω, προσφέρω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
donate [sth] to [sb/sth] vtr + prep (money: give)κάνω δωρεά κτ σε κπ/κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (όχι χρήματα)δωρίζω κτ σε κπ/κτ ρ μ + πρόθ
  (καθομιλουμένη)δίνω κτ σε κπ/κτ ρ μ + πρόθ
 They donated $100 to the Red Cross.
 Έκαναν δωρεά 100 δολάρια στον Ερυθρό Σταυρό.
donate [sth] for [sth] vtr + prep (things: give, contribute)δωρίζω, χαρίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  προσφέρω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Thanks to all the local businesses who donated prizes for today's raffle.
 Ευχαριστούμε όλες τις τοπικές επιχειρήσεις που προσέφεραν βραβεία για τη σημερινή κλήρωση.
donate [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (things: give, contribute)δωρίζω, χαρίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (συγκεκριμένος σκοπός)δίνω σε φιλανθρωπίες έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  δίνω σε φιλανθρωπικό ίδρυμα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Erin often donates items she no longer uses.
donate [sth] to [sth] vtr + prep (things: give, contribute)δωρίζω κτ σε κτ, χαρίζω κτ σε κτ ρ μ + πρόθ
  (καθομιλουμένη)δίνω κτ σε κτ ρ μ + πρόθ
donate to [sth] vi + prep (give money, clothes, etc.)κάνω δωρεά σε κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  συνεισφέρω σε κτ ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (καθομ: χρήματα, πράγματα)δίνω σε κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 I donate to charity regularly.
 Κάνω τακτικά δωρεές σε φιλανθρωπικές οργανώσεις.
donate vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (things: give to charity)δίνω κτ σε φιλανθρωπικό ίδρυμα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  δωρίζω κτ σε κπ/κτ, χαρίζω κτ σε κπ/κτ ρ μ + πρόθ
  (καθομιλουμένη)δίνω κτ σε κπ/κτ ρ μ + πρόθ
  (χωρίς λεπτομέρειες)δίνω, χαρίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 If you don't want these toys anymore, let's donate them.
 Αν δε θέλεις αυτά τα παιχνίδια πια, ας τα δώσουμε σε φιλανθρωπικό ίδρυμα.
 Αν δε θέλεις αυτά τα παιχνίδια πια, ας τα δώσουμε.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
donate viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (give money, clothes, etc.)κάνω δωρεά περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
donate [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (time: devote)αφιερώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 We need volunteers who can donate five hours a week.
donate [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (blood: give)δίνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 There is now extensive screening of people who donate blood.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'donate' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: donate [blood, plasma, bone marrow], donate your time to, donate your old [clothes, car, toys] (to), περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση donate στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'donate'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης