don't

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈdəʊnt/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/doʊnt/ ,USA pronunciation: respelling(dōnt)


WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
don't contractioncontraction: Shortened form of word or words--for example, "I'd" = "I had," "can't" = "cannot." colloquial, abbreviation (do not)μην, μη μόριομόριο: Βοηθούν στον σχηματισμό της υποτακτικής και των μελλοντικών χρόνων, π.χ.να ήμουν πάλι παιδί, θα παντρευτώ, ή πρόκειται για άκλιτες λέξεις που δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ως άλλο μέρος του λόγου.
 Don't interrupt me when I'm talking, please.
 Μη με διακόπτεις όταν μιλάω σε παρακαλώ.
Don't! interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" colloquial, abbreviation (do not do that)Μη!, Όχι! επιφεπιφώνημα: Φανερώνει έντονο συναίσθημα όπως π.χ. έκπληξη, ενθουσιασμό, απογοήτευση, πόνο κλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
damned if you do,
damned if you do and damned if you don't
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
figurative (in no-win situation) (μεταφορικά)μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
don't forget interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" informal (do not forget)μην ξεχάσεις επιφεπιφώνημα: Φανερώνει έντονο συναίσθημα όπως π.χ. έκπληξη, ενθουσιασμό, απογοήτευση, πόνο κλπ.
 Don't forget to turn off the light when leaving the office.
Don't hold your breath interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" informal ([sth] is unlikely to happen soon)Μην κάνεις όρεξη έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  Κράτα μικρό καλάθι έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  Μην το δένεις σκοινί κορδόνι έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Neil promised that he would have everything ready; don't hold your breath, though!
don't judge a book by the cover,
don't judge a book by its cover
interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!"
proverb (appearances can be deceptive)τα φαινόμενα απατούν έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (καθομιλουμένη)τα ράσα δεν κάνουν τον παπά έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 She definitely looks trustworthy, but don't judge a book by its cover.
Don't kid yourself. interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" informal (do not be deluded) (καθομιλουμένη)μην κοροϊδεύεις τον εαυτό σου έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (πιο επίσημο)μην τρέχεις αυταπάτες περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  μην αυταπατάσαι περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Don't kid yourself – he doesn't love you!
don't mention it interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" (you're welcome)δεν κάνει τίποτα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  μην το συζητάς έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 "Thanks so much for all your help." "Don't mention it! It was no trouble."
 «Σ' ευχαριστώ πολύ για τη βοήθειά σου.» «Δεν κάνει τίποτα! Δεν μου ήταν κόπος.»
don't rock the boat interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" figurative (do not cause trouble) (μεταφορικά)μην ταράζεις τα νερά έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 The arrangements are already made, so don't rock the boat.
 Τα πράγματα έχουν κανονιστεί επομένως μην ταράζεις τα νερά.
don't run interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" informal (do not run)μην τρέχεις επιφεπιφώνημα: Φανερώνει έντονο συναίσθημα όπως π.χ. έκπληξη, ενθουσιασμό, απογοήτευση, πόνο κλπ.
 In case of fire, walk, don't run, to the nearest exit.
Don't teach Granny to suck eggs,
Don't teach your grandmother to suck eggs
interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!"
figurative (respect [sb]'s experience)έλα παππού να σου μάθω τα αμπελαχώραφά σου έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
don't worry interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" informal (reassurance)μην ανησυχείς επιφεπιφώνημα: Φανερώνει έντονο συναίσθημα όπως π.χ. έκπληξη, ενθουσιασμό, απογοήτευση, πόνο κλπ.
 Don't worry, I am here right behind you.
 Μην ανησυχείς, είμαι εδώ, ακριβώς πίσω σου.
don't you? (question tag)έτσι δεν είναι; έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Why am I asking you for directions? - well, you live here, don't you?
I do not know exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." (declaration of ignorance)δεν ξέρω περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  δε γνωρίζω περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (επίσημο)δεν έχω υπόψη μου περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 There is no point asking me; I do not know. I do not know the answer to that complicated math problem!
I don't care interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" (It's not important to me.)δε με νοιάζει έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  δε με ενδιαφέρει έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (καθομ: ελαφρά προσβλητικό)σκασίλα μου έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 "You can't go out dressed like that; you'll get cold." "I don't care."
 «Δεν μπορεί να βγεις έξω ντυμένη έτσι, θα κρυώσεις». «Δε με νοιάζει.»
 This sentence is not a translation of the original sentence. «Πληγώθηκε με αυτά που του είπες». «Σκασίλα μου.»
I don't know interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" informal (declaration of ignorance)δεν ξέρω περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  δεν γνωρίζω περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 "Who's that woman talking to your brother?" "I don't know."
 «Ποια είναι η γυναίκα που μιλάει στον αδερφό σου;» «Δεν ξέρω.»
I don't mind interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" informal (I have no preference)δεν έχω πρόβλημα, δεν με νοιάζει περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  δεν έχω κάποια ιδιαιτέρη προτίμηση περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 "We can go to the cinema or ten-pin bowling. What do you want to do?" "I don't mind."
 «Μπορούμε να πάμε σινεμά ή για μπόουλινγκ με δέκα κορίνες. Τι προτιμάς να κάνουμε;» «Δεν έχω πρόβλημα (or: δεν με νοιάζει).»
I don't mind interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" informal (I am not upset)δεν με πειράζει, δεν έχω πρόβλημα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 I don't mind if you sit beside me.
 Δεν με πειράζει να κάτσεις δίπλα μου.
I don't think so interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" (I believe not)δε νομίζω έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 When Tom asked me if Sally was coming to the party I replied "I don't think so".
You don't say! interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" informal, figurative (expressing disbelief)Τι λες τώρα! επιφεπιφώνημα: Φανερώνει έντονο συναίσθημα όπως π.χ. έκπληξη, ενθουσιασμό, απογοήτευση, πόνο κλπ.
  Πλάκα κάνεις! επιφεπιφώνημα: Φανερώνει έντονο συναίσθημα όπως π.χ. έκπληξη, ενθουσιασμό, απογοήτευση, πόνο κλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'don't' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση don't στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'don't'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης