domineering

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˌdɒmɪˈnɪərɪŋ/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˌdɑməˈnɪrɪŋ/ ,USA pronunciation: respelling(dom′ə nēring)


Σε αυτή τη σελίδα: domineering, domineer

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
domineering adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (controlling)αυταρχικός, δυναστικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 My father was strict and domineering when I was growing up.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
domineer [sb] viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (be tyrannical)καταδυναστεύω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (μτφ)καταπιέζω, τυραννώ, βασανίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'domineering' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση domineering στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'domineering'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης