dominate

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈdɒmɪneɪt/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈdɑməˌneɪt/ ,USA pronunciation: respelling(domə nāt′)


Inflections of 'dominate' (v): (⇒ conjugate)
dominates
v 3rd person singular
dominating
v pres pverb, present participle: -ing verb used descriptively or to form progressive verb--for example, "a singing bird," "It is singing."
dominated
v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed."
dominated
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked."

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
dominate [sb/sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (have control over)επιβάλλομαι ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (συναισθήματα)ελέγχω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  καταπνίγω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The bully dominates the other kids in the playground. It was a struggle, but Barry managed to dominate his emotions.
 Ο νταής επιβάλλεται στα άλλα παιδιά στην παιδική χαρά.
dominate [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (sport: show mastery) (αθλητικά)επικρατώ, υπερισχύω, κυριαρχώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The champion will box next week to see if he still dominates the sport.
 Ο πρωταθλητής θα παίξει μποξ την ερχόμενη εβδομάδα για να διαπιστώσει αν ακόμα κυριαρχεί στο άθλημα.
dominate viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (be predominant)επικρατώ, κυριαρχώ ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  υπερισχύω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 The area has light rainfall, and desert plants dominate.
 Η περιοχή έχει χαμηλή βροχόπτωση και κυριαρχούν (or: επικρατούν) τα φυτά της ερήμου.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'dominate' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: dominate the enemy (by, through), will dominate you, he dominates in [chess, soccer], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση dominate στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'dominate'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης